Σάββατο 12 Ιανουαρίου 2019

Αγκάθα Κρίση 15 Σεπτεμβρίου 1890-12 Ιανουαρίου 1976

Αγκάθα Κρίστι - Agatha Christie ( 15 Σεπτεμβρίου 1890 - 12 Ιανουαρίου 1976)




Η Αγκάθα Μαίρη Κλαρίσσα Μίλερ, Λαίδη Μάλλοουαν, DBE,(D/R) (Agatha Mary Clarissa Miller, Lady Mallowan, 15 Σεπτεμβρίου1890 - 12 Ιανουαρίου 1976), γνωστή κυρίως με το όνομα Αγκάθα Κρίστι (Agatha Christie), ήταν Αγγλίδα συγγραφέας αστυνομικών μυθιστορημάτων. Έγραψε επίσης ρομαντικά μυθιστορήματα με το ψευδώνυμο Μαίρη Γουέστμακοτ (Mary Westmacott) και 15 συλλογές διηγημάτων, αλλά είναι γνωστή κυρίως για τα 80 αστυνομικά της μυθιστορήματα. Η δουλειά της στα μυθιστορήματα αυτά, στα οποία πρωταγωνιστούν οι ντετέκτιβ Ηρακλής Πουαρό και Μις Τζέιν Μαρπλ, της έδωσε τον τίτλο της «Βασίλισσας του Εγκλήματος» και την έκανε έναν από τους πιο σημαντικούς συγγραφείς στην εξέλιξη του λογοτεχνικού αυτού ρεύματος.

Γεννήθηκε στο Ντέβον και μεγάλωσε στο Άσφιλντ. Πριν ασχοληθεί με τη συγγραφή βιβλίων, εργάστηκε ως βοηθός φαρμακοποιού στην αεροπορία, την περίοδο του Α΄ Παγκοσμίου πολέμου. Ίσως και για αυτό σε πολλά μυθιστορήματά της, τα δηλητήρια είχαν και εξέχουσα θέση στην πλοκή.
Παρόλο που οι Πουαρό και Μαρπλ είναι από τους πιο γνωστούς φανταστικούς ντετέκτιβ που επινόησε η Κρίστι, υπήρξαν κι άλλοι παρόμοιοι, όπως το ζευγάρι Τόμι και Τούπενς. Από τα πιο γνωστά τους μυθιστορήματα είναι η εμφάνισή τους στο Σύντροφοι στο Έγκλημα και Οι Άγγελοι δεν Φλυαρούν. Άλλοι ντετέκτιβ της Κρίστι, όπως ο Πάρκερ Πάιν και ο κύριος Χάρλεϊ Κουττίν, εμφανίστηκαν σε σύντομες ιστορίες, αλλά υπόλοιποι, όπως ο αρχιεπιθεωρητής Τζαπ και η Αριάδνη Όλιβερ, συνόδευαν τους Πουαρό και Μαρπλ στα μυθιστορήματά τους. Το 1975 σκότωσε τους δύο αγαπημένους της ήρωες, τον Ηρακλή Πουαρό στο μυθιστόρημα Αυλαία και τη Μις Μαρπλ στο Sleeping Murder. Το τελευταίο της μυθιστόρημα με πρωταγωνιστές το ζεύγος Μπέρεσφορντ είχε τον τίτλο "Postern of Fate" και το έγραψε στα τέλη του 1973.
Εκτιμάται ότι τα βιβλία της έχουν πουλήσει 1 δισεκατομμύριο αντίτυπα στα αγγλικά, και ένα ακόμη δισεκατομμύριο σε 103 άλλες γλώσσες.
Από τις σκηνικές επιτυχίες της Αγκάθα Κρίστι μεγαλύτερη είναι The Mousetrap (Η ποντικοπαγίδα), που παίζεται στο Λονδίνο από το 1952 μέχρι σήμερα (2012) και η θεατρική προσαρμογή του Ten Little Niggers (Δέκα μικροί νέγροι) ― ελλην. μετάφρ. Κωστής Λειβαδέας, "ΔΩΔΩΝΗ"
Τα περισσότερα από τα βιβλία της έχουν μεταφερθεί στον κινηματογράφο (μερικά μάλιστα πολλές φορές, όπως το Έγκλημα στο Οριάν Εξπρές και το Έγκλημα στον Νείλο). Επίσης πολλά έχουν μεταφερθεί στην τηλεόραση, στο ράδιο και έχουν εμπνεύσει ηλεκτρονικά παιχνίδια και κόμικς.
Το 2007, ο Άγγλος συγγραφέας Μπράιαν Άλντις (Brian Aldiss) είπε ότι η Αγκάθα Κρίστι του είχε πει ότι έγραφε τα βιβλία της μέχρι το τελευταίο κεφάλαιο και μετά αποφάσιζε ποιος χαρακτήρας ήταν λιγότερο πιθανό να εκληφθεί ως ύποπτος. Ακολούθως έκανε τις απαραίτητες αλλαγές στο κείμενο για να «ενοχοποιήσει» το χαρακτήρα αυτό.

Η Αγκάθα Κρίστι σε μικρή ηλικία... 

Δημοφιλέστερα έργα
1930: The Murder at the Vicarage (Ο φόνος στο Πρεσβυτέριο), μυθιστόρημα—μτφ. Ελένη Κάππου (εκδ. "Ερμείας, χ.χ.)
1934: Murder on the Orient Express (Έγκλημα στο Οριάν Εξπρές), μυθιστόρημα—μτφ. Αχιλλέας Κυριαζής (εκδ. "Λυχνάρι", α΄ έκδ. 1993, επαν. 2009)
1937: Death on the Nile (Έγκλημα στον Νείλο), μυθιστόρημα—μτφ. Αχιλλέας Κυριαζής (εκδ. "Λυχνάρι", α΄ έκδ. 1988, επαν. 2010)
1937: Dumb Witness (Βουβός μάρτυρας), μυθιστόρημα—μτφ. Λουκάς Λοράνδος (εκδ. "Λυχνάρι", 2005)
1939: Ten Little Niggers (Δέκα μικροί νέγροι), μυθιστόρημα. Στις ΗΠΑ εκδόθηκε με τον τίτλο «And Then There Were None» (Κ' ύστερα δεν έμεινε κανένας)—μτφ. Τζένη Μιστράκη (εκδ. "Δημοσιογραφικός Οργανισμός Λαμπράκη", 2008)
1943: Ten Little Indians (Δέκα μικροί Ινδιάνοι). Δραματοποίηση του Ten Little Niggers από την συγγραφέα, που ανεβαίνει με αυτόν τον τίτλο—μτφ. Κωστή Λειβαδέα (εκδ. "Δωδώνη")
1941: Evil Under the Sun (Φόνος κάτω από τον ήλιο) μυθιστόρημα—μτφ. Μάγκυ Σταγάκη (εκδ. "Καλοκάθη", 1998)
1942: Five Little Pigs (Πέντε μικρά γουρουνάκια), μυθιστόρημα—μτφ. Ελένη Γονατοπούλου (εκδ. "Λυχνάρι", 2006)
1950: A Murder Is Announced (Ένας Φόνος Ανακοινώνεται), μυθιστόρημα—μτφ. Αχιλλέας Κυριαζής ως «Πρόσκληση σε φόνο» (εκδ. "Λυχνάρι", 1987)
1952: The Mousetrap (Η Ποντικοπαγίδα), θεατρικό έργο—μτφ. Αντώνης Γαλέος (εκδ. "Αιγόκερως", 2017)
1953: Witness for the Prosecution (Μάρτυρας κατηγορίας), θεατρικό έργο που το διασκεύασε η ίδια από ένα διήγημά της—μτφ. Ελευθέριος Αγγ. Βούρβαχης (εκδ. "Δωδώνη", 2012)
1959: Cat Among the Pigeons (Στον αστερισμό της Παρθένου), μυθιστόρημα—μτφ. Αχιλλέας Κυριαζής (εκδ. "Λυχνάρι", 1999)


Η εξαφάνιση της Αγκάθα 

Πρωτοσέλιδο της
Ντέϊλι Μίρορ
για την εξαφάνιση
 της Αγκάθα Κρίστι... 
Η επιτυχία που γνώρισαν τα πρώτα μυθιστορήματα της Αγκάθα ήταν σημαντική. Η οικογένεια της μετακόμισε σε επιπλωμένο σπίτι στο Λονδίνο και η Αγκάθα με τον σύζυγο της ξεκίνησαν ένα μεγάλο ταξίδι για να προωθήσουν τα βιβλία της. Πρωτοσέλιδο της Ντέϊλι Μίρορ για την εξαφάνιση της Αγκάθα Κρίστι Τα προβλήματα όμως για την Αγκάθα ξεκίνησαν μετά το ταξίδι. Η μητέρα της πέθανε κι ο Άρτσι της ζήτησε διαζύγιο. Ήταν ερωτευμένος με μία οικογενειακή τους φίλη. Ένα βράδυ, η Αγκάθα, άφησε την κόρη της στην νταντά και έφυγε χωρίς να πει πού πάει. Το αυτοκίνητο της Αγκάθα βρέθηκε την επόμενη μέρα εγκαταλελειμμένο. Αμέσως ξεκίνησε έρευνα για τον εντοπισμό της. Τελικά η Αγκάθα βρέθηκε έπειτα από 11 μέρες. Βρισκόταν σε μια ξενοδοχειακή μονάδα με ιαματικά λουτρά. Αν και είχε κάνει κράτηση με άλλο όνομα, το προσωπικό του ξενοδοχείου την αναγνώρισε και κάλεσε την οικογένεια της. Η Αγκάθα, ίσως από το χτύπημα με το αμάξι της, δεν θυμόταν τίποτα. Ούτε τον σύζυγό της, ούτε πώς βρέθηκε στα ιαματικά λουτρά. Όταν επέστρεψε πίσω στο Λονδίνο, δεν ανέφερε ποτέ ξανά αυτό το γεγονός.... 



Ηρακλής Πουαρό 

Από τα 18 της η Αγκάθα έγραφε μικρές ιστορίες. Από τη μία για να γεμίσει τον χρόνο της και για να ξεφύγει από τη βαρετή εργασία της. Από την άλλη, ήθελε να αποδείξει στη μεγαλύτερη αδερφή της πως είναι ικανή να γράψει μια καλή αστυνομική υπόθεση. Το 1919 έκανε το ντεμπούτο της στα γράμματα με το βιβλίο: Το μυστήριο πρόβλημα στο Στάιλς. Εκεί κάνει την παρθενική του εμφάνιση ο ευφυής ντετέκτιβ, Ηρακλής Πουαρό, που θα πρωταγωνιστήσει σε περισσότερες από 35 αστυνομικές ιστορίες. Η Κρίστι εμπνεύστηκε τον χαρακτήρα του Βέλγου ερευνητή κατά τη διάρκεια του Μεγάλου Πολέμου. Στον Πρώτο Παγκόσμιο, πολλοί Βέλγοι πολίτες για να σωθούν και να αποφύγουν τις συνέπειες του πολέμου, ήρθαν στην Αγγλία ως πρόσφυγες. Ενός Βέλγος πρόσφυγας, πρώην αστυνομικός, θα ήταν εξαιρετικός ντετέκτιβ για να λύσει το μυστήριο πρόβλημα στο Στάιλς, που ετοίμαζε η Αγκάθα Κρίστι....  http://www.mixanitouxronou.gr/

Αγκάθα Κρίστι και Ελλάδα 


“Η Ελλάδα δεν χρειάζεται περιγραφή. Η Ολυμπία είναι τόσο όμορφη όσο τη φανταζόμουν”.


Η Αγκάθα Κρίστι στην
Ακρόπολη το 1958.

Το 1930, η 40χρονη και πολυταξιδεμένη συγγραφέας Αγκάθα Κρίστι επισκέφθηκε για πρώτη φορά την Ελλάδα. Ανυπομονούσε να γνωρίσει την Αθήνα και ακόμα περισσότερο τους Δελφούς, “τον ομφαλό της Γης”. Για μερικές μέρες, έμεινε με τον αρραβωνιαστικό της, τον αρχαιολόγο Μαξ Μαλόουαν, στο ξενοδοχείο “Μεγάλη Βρετάνια”, όπου άλλωστε έμεναν όλοι οι λόγιοι και πλούσιοι του εξωτερικού όταν επισκέπτονταν την Ελλάδα. Δυστυχώς δεν πρόλαβε να δει από κοντά τους Δελφούς, καθώς έφτασε επείγον τηλεγράφημα από την Αγγλία που την ενημέρωνε ότι η κόρη της ήταν βαριά άρρωστη με πνευμονία. 

 Η Αγκάθα Κρίστι επέστρεψε στην Ελλάδα λίγους μήνες αργότερα, όταν πια είχε παντρευτεί τον αγαπημένο της Μαλόουαν και έκαναν το ταξίδι του μέλιτος. Αποβιβάστηκαν στην Πάτρα και κατευθείαν ξεκίνησαν το ταξίδι τους για την Ολυμπία. Στην αυτοβιογραφία της, η Κρίστι έγραψε: “Η Ελλάδα δεν χρειάζεται περιγραφή. Η Ολυμπία είναι τόσο όμορφη όσο τη φανταζόμουν”. Συνέχισαν τον ταξίδι τους μέχρι την Ανδρίτσαινα, δυανύοντας μία απόσταση 14 ωρών με μουλάρια. Ταλαιπωρήθηκαν τόσο που στο βιβλίο της η Κρίστι σημείωσε: “η ταλαιπωρία λίγο έλειψε να διαλύσει τον έγγαμο βίο μας”. Ευτυχώς, έκαναν υπομονή και το ταξίδι τους επιβράβευσε. Επισκέφτηκαν τις Μυκήνες και την Επίδαυρο η οποία εντυπωσίασε την Κρίστι, αλλά ακόμα περισσότερο τον αρχαιολόγο σύζυγό της. Η Μαλόουαν ξάπλωσε μπρούμυτα στο πάτωμα του μουσείου για να επεξεργαστεί καλύτερα μία αρχαία περιγραφή. Εμείνε εκεί για ώρες, ενώ η Κρίστι απολάμβανε τη θέα από τα πάνω διαζώματα του θεάτρου. Όταν έφτασαν στο Ναύπλιο, γνώρισαν για πρώτη φορά την ευρωπαϊκή πολυτέλεια που δεν είχαν συναντήσει αλλού στην Ελλάδα. Έμειναν στη βασιλισική σουίτα ενός ξενοδοχείου με κόκκινα βελούδινα παραπετάσματα κι ένα τεράστιο κρεβάτι με ουρανό και χρυσό μπροκάρ. Έφαγαν το πρωινό τους στο σκαλιστό μπαλκόνι, το οποίο της φάνηκε ετοιμόροπο, αλλά πολύ όμορφο. Πέρασαν τη μέρα τους στη θάλασσα την οποία αντιμετώπισαν με κάποια επιφύλαξη, γιατί τους είχαν προειδοποιήσει ότι ήταν γεμάτη τσούχτρες. 
Όταν πια έφτασαν στους Δελφούς, η Κρίστι έμεινε έκθαμβη: “Οι Δελφοί ήταν το αποκορύφωμα. Μου φάνηκε τόσο απίστευτα όμορφο μέρος που περιπλανιόμαστε στην περιοχή προσπαθώντας να διαλέξουμε μια τοποθεσία, όπου ίσως χτίζαμε το σπίτι μας κάποια μέρα”. 
Τρεις δεκαετίες αργότερα, όταν η Κρίστι επισκέφτηκε ξανά τους Δελφούς, το τοπίο ήταν πολύ διαφορετικό. Ο χώρος ήταν γεμάτος φασαριόζους τουρίστες, καταστήματα με σουβενίρ και καφετέριες. Η τοποθεσία δεν ήταν το ίδιο ειδυλλιακή. Η έμπνευση για το Όριεντ Εξπρές Όταν επέστρεψαν στην Αθήνα, η Κρίστι αρρώστησε με υψηλό πυρετό. Το ξενοδοχείο της συνέστησε έναν Έλληνα γιατρό, το όνομα του οποίου δεν αναφέρεται πουθενά. Ο γιατρός τη βοήθησε να αναρρώσει και το 1934, όταν εκδόθηκε το νέο βιβλίο της Κρίστι με τίτλο “Έγκλημα στο Όριεντ Εξπρές”, ένας από τους χαρακτήρες ήταν ένας Έλληνας γιατρός ονόματι Κωνσταντίνου. Η Κρίστι είχε σίγουρα επηρεαστεί από την ελληνική μυθολογία, ήδη πριν επισκεφτεί την Ελλάδα, καθώς έδωσε στον διάσημο ντεντέκτιβ που πρωταγωνιστεί στα βιβλία της, το όνομα “Ηρακλής” Πουαρό. Στο βιβλίο “Οι Άθλοι του Ηρακλή” που κυκλοφόρησε το 1947, ο Πουαρό ανακαλύπτει πως είναι ένας “σύγχρονος” Ηρακλής και έχει αναλάβει να απαλλάξει τον κόσμο από το κακό. Καταλήγει, λοιπόν, ότι πρέπει να εξιχνιάσει δώδεκα δύσκολες υποθέσεις και ασφαλώς φέρνει εις πέρας την αποστολή του, όπως έκανε και ο μυθικός συνονόματός του.... 


Έγκλημα στο Οριάν Εξπρές 


Εξώφυλλο της πρώτης
έκδοσης του 1934.
Το Έγκλημα στο Οριάν Εξπρές (Murder on the Orient Express), δημοσιευμένο επίσης και με τον τίτλο «Έγκλημα στην κλινάμαξα του Καλαί», είναι ένα παγκοσμίως γνωστό αστυνομικό μυθιστόρημα της Αγκάθα Κρίστι, που γράφτηκε και δημοσιεύθηκε το 1934. Διασκευάστηκε για τον κινηματογράφο το 1974 με τον ίδιο τίτλο με ένα σημαντικό επιτελείο ηθοποιών (Άλμπερτ Φίνεϊ ως Πουαρό, Λορίν Μπακόλ ως κυρία Χάμπαρντ, Μάρτιν Μπάλσαμ ως Μπιάντσι-Μπουκ, Ίνγκριντ Μπέργκμαν ως Γκρέτα Όλσον, Γουέντι Χίλερ ως πριγκίπισσα Ντραγκομίροφ κτλ). Η πλοκή αποτελεί μία από τις διασημότερες ιστορίες όπου πρωταγωνιστεί ο βέλγος ντετέκτιβ Ηρακλής Πουαρό.
Τα κύρια πρόσωπα του μυθιστορήματος
Κύριος Σάμιουελ Έντουαρντ Ράτσετ (το θύμα)
Οι ύποπτοι
Έκτορ Μακ Κουίν, γραμματέας και μεταφραστής του κου Ράτσετ
Έντουαρντ Χένρι Μάστερμαν, υπηρέτης του κου Ράτσετ
Πιέρ Μισέλ, συνοδός τραίνου
Μαίρη Ντέμπενχαμ, γκουβερνάντα
Συνταγματάρχης Άρμπουθνοτ, επιστρέφοντας στην Βρετανία από τον Ινδικό στρατό
Πριγκίπισσα Ναταλία Ντραγκομιρόφ, ηλικιωμένη Ρωσίδα
Κόμης Ρούντολφ Αντρενευϊ, αθλητικός Ούγγρος διπλωμάτης με Αγγλικούς τρόπους και ρούχα
Κόμισσα Ελένα Αντρενευϊ, γυναίκα του κόμη
Χίλντεγκαρντ Σμίντ, Γερμανίδα ηλικιωμένη υπηρέτρια της πριγκίπισσας
Γκρέτα Όλσον, μεσήλικη Σουηδέζα
Κυρία Κάρολαϊν Μάρθα Χάμπαρντ, φαφλατού και πολυλογού Αμερικανίδα
Αντόνιο Φοσκαρέλι, Ιταλός μπίζνεσμαν
Σάιρους Χάρντμαν, επίσης μυστικός ντετέκτιβ
Οι ντετέκτιβ
Ηρακλής Πουαρό
Κύριος Μπουκ, διευθυντής
Δρ Κωνσταντίνου, Έλληνας γιατρός




Δέκα Μικροί Νέγροι





Όταν η βενζινάκατος, άδεια πια, απομακρυνόταν από το νησί του Νέγρου, κανείς δεν ανησύχησε. Δέκα άνθρωποι, από διαφορετικά κοινωνικά στρώματα, καλεσμένοι ενός άγνωστου αμφιτρύωνα, υπολόγιζαν σε διακοπές λίγων ημερών, που θα τους έμεναν αλησμόνητες. Ωστόσο ο φιλόξενος αλλά εκκεντρικός ιδιοκτήτης του ερημικού νησιού, απέφυγε να κάνει την εμφάνισή του και μόνο το βράδυ θα επεδίωκε μια κάπως ιδιόρρυθμη επαφή με τους καλεσμένους του.




Η ΤΑΙΝΙΑ 


Παραγωγή: Βρετανική Σκηνοθεσία: Τζορτζ Πόλοκ
Πρωταγωνιστούν: Χιους Ο Μπράιαν, Σίρλεϊ Ιτον, Φαμπιάν, Λίο Γκεν, Στάνλεϊ Χόλογουεϊ

Ενα από τα καλύτερα έργα της Αγκάθα Κρίστι (σταυρόλεξο, με πολύ έντονο βαθμό δυσκολίας) και μία από τις καλύτερες κινηματογραφικές μεταφορές των έργων της, στη μεγάλη οθόνη.
Ενας πλούσιος οικοδεσπότης προσκαλεί δέκα ανθρώπους διαφορετικής κοινωνικής προέλευσης στο σπίτι του, το οποίο βρίσκεται απομονωμένο στην κορυφή ενός βουνού. Ο καθένας από αυτούς κρύβει μια σκοτεινή πλευρά στο παρελθόν του καθώς έχει συμβάλει με τον τρόπο του στο θάνατο ενός αθώου ανθρώπου. Ο μυστηριώδης οικοδεσπότης την ανακαλύπτει και ακολουθώντας με εμμονή τα λόγια του παιδικού τραγουδιού «δέκα μικροί νέγροι», αρχίζει να τους εξουδετερώνει έναν-έναν. Ο δολοφόνος βρίσκεται ανάμεσα στους οκτώ άγνωστους μεταξύ τους καλεσμένους και τους δύο υπηρέτες. Ποιος είναι όμως;
http://www.clickatlife.gr/


ΤΟ ΘΕΑΤΡΙΚΟ ΕΡΓΟ 



Ποντικοπαγίδα 


Επτά άνθρωποι-πέντε άντρες και δύο γυναίκες-συγκεντρώνονται σε μια εξοχική πανσιόν, στο Μόνσκουελ Μάνορ, που το διευθύνει ένα νεαρό ζευγάρι, η Μόλλυ και ο Τζάιλς Νταίηβις. Λίγες μέρες ψυχικής ηρεμίας και ξενοιασιάς τους περιμένουν. Τουλάχιστον, έτσι πιστεύουν όλοι. Γρήγορα, όμως, θα διαπιστώσουν πως ανάμεσα τους έχει παρεισφρύσει και ένας στυγερός δολοφόνος, που ήδη έχει σκοτώσει κιόλας κάποιον στο Λονδίνο. Η μις Λάιον ήταν το πρώτο του θύμα. Και τώρα, αυτή κιόλας τη στιγμή, ο άνθρωπος αυτός, αργά και μεθοδικά, προετοιμάζει ένα δεύτερο.....ίσως και ένα τρίτο, με την απαράμιλλη ικανότητα του ανθρώπου που η ξεχωριστή ευφυία του κατευθύνεται από μια νοσηρή τάση εκδίκησης.
Το χιόνια πέφτει ακατάπαυστα ολόγυρα απ΄ την πανσιόν, δημιουργεί γύρω από τα εγκλωβισμένα πρόσωπα ένα αδιαπέραστο κλοιό, που ευνοεί θαυμάσια τα σκοτεινά του σχέδια. Κανείς δεν μπορεί να ξεφύγει. Ο αστυνόμος Τρότερ θα δοκιμάσει ένα σωρό έξυπνα τεχνάσματα προκειμένου να παγιδεύσει το δολοφόνο, μα ο σατανικός αυτός άνθρωπος ξεγλυστρά. http://www.greekbooks.gr/ 

ΤΟ ΘΕΑΤΡΙΚΟ ΕΡΓΟ 





Οι Μεγάλοι Τέσσερις

Οι Μεγάλοι Τέσσερις είναι ένα αστυνομικό μυθιστόρημα της Αγκάθα Κρίστι και πρωτοεκδόθηκε στο Ηνωμένο Βασίλειο από τον εκδοτικό οίκο William Collins & Sons στις 27 Ιανουαρίου 1927 και στις ΗΠΑ από τον εκδοτικό οίκο Dodd, Mead and Company αργότερα το ίδιο έτος. Ήρωές του είναι ο Ηρακλής Πουαρό, ο Άρθουρ Χάστιγκς και ο Αρχιεπιθεωρητής Τζαπ. 
Η δομή του βιβλίου είναι διαφορετική από των περισσοτέρων μυθιστορημάτων της Κρίστι στο ότι Οι Μεγάλοι Τέσσερις είναι μια σειρά μικρών υποθέσεων σε σχέση με τους κακούς Μεγάλους Τέσσερις παρά την έρευνα ενός μόνο εγκλήματος. 
Υπόθεση 
Η απόφαση του Ηρακλή Πουαρό να διασχίσει τον Ατλαντικό πάνω σ’ ένα υπερωκεάνειο, ενώ και μόνο η θέα της θάλασσας ήταν ικανή να του φέρει σύγκρυο, θα εντυπωσιάσει τον επιστήθιο φίλο του Χάστινγκς, που γνωρίζει άριστα τις συνήθειες και τις ιδιοτροπίες του μικρόσωμου ντετέκτιβ. Η περιέργεια όμως να μάθει λεπτομέρειες μιας σκοτεινής υποθέσεως στο Ρίο, που απασχολεί τον εκατομμυριούχο Άμπυ Ρέιναλντ, ιδρυτή της γνωστής αμερικανικής φίρμας σαπουνιών, θα τον αναγκάσει να παραμερίσει τους ενδοιασμούς του ενώ, την ίδια εποχή, έχει καταπιεστεί με τη μελέτη ενός γρίφου που αναφέρεται στους «Μεγάλους Τέσσερις». Για τον Πουαρό είναι μια απασχόληση που τον διασκεδάζει ενώ ταυτόχρονα διατηρεί το πνεύμα του σε φόρμα. Ωστόσο, από μια παράξενη σύμπτωση, την ίδια μέρα της αναχώρησής του θα ξανάκουγε να γίνεται λόγος για τους «Μεγάλους Τέσσερις», από τα χείλη ενός μισοαναίσθητου ανθρώπου που, παραβιάζοντας το παράθυρό του, θα εισχωρούσε στο σπίτι του. Τότε θα άκουγε για πρώτη φορά το όνομα του Λι Γιανγκ και για τα άλλα τρία πρόσωπα της «εταιρείας» που ανάμεσά τους ήταν ένας αμερικανός Κροίσος, μια καλλονή γαλλικής καταγωγής και ένας ακόμη πιο μυστηριώδης άνθρωπος, γνωστός σαν ο Εκτελεστής! Δυστυχώς, όμως, ο χρόνος δεν τον έπαιρνε, και ο Ηρακλής Πουαρό μαζί με τον φίλο του Χάστινγκς θα έτρεχαν στο σταθμό του Βατερλώ, όπου τους περίμενε το τρένο για το Σαουθάμπτον. 
(ΑΠΟ ΤΗΝ ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΗ ΣΤΟ ΟΠΙΣΘΟΦΥΛΛΟ ΤΟΥ ΒΙΒΛΙΟΥ)

Χαρακτήρες

Οι χαρακτήρες στο Οι Μεγάλοι Τέσσερις είναι τυπικά εθνικά στερεότυπα της Βρετανικής φαντασίας της δεκαετίας του 1920, με τους Κινεζικούς χαρακτήρες ως Φου Μαντσού-ανούς κλέφτες. Άλλοι κακοί-κλειδιά περιλαμβάνουν μία Γαλλίδα femme fatale και έναν χυδαίο Αμερικανό πολυεκατομμυριούχο. Αυτοί οι χαρακτήρες εξυφαίνουν συνωμοσίες και ανεξιχνίαστες δηλητηριάσεις που σχεδιάζονται από ένα σούπερ μυστικό κρησφύγετο.
Το βιβλίο επίσης παρουσιάζει τον Αχιλλέα Πουαρό, δίδυμο αδελφό του Ηρακλή (αργότερα αποκαλύπτεται ότι είναι ο Ηρακλής Πουαρό αυτοπροσώπως 'μεταμφιεσμένος'), και έναν ενδεχόμενο διπλό πράκτορα, την όμορφη Κόμισσα Βέρα Ροζάκωφ. 

Κυριακή 6 Ιανουαρίου 2019

Τα "πάγανα" ή οι καλικάντζαροι

Ελληνική δοξασία (αρχαίας καταγωγής) «δαιμόνιων» που σύμφωνα με σύγχρονη δοξασία εμφανίζονται κατά το Δωδεκαήμερο (25 Δεκεμβρίου - 6 Ιανουαρίου). Σύμφωνα με τη λαϊκή δοξασία τις μέρες αυτές τα «νερά είναι αβάφτιστα» και οι καλικάντζαροι βγαίνουν από τη γη για να πειράξουν τους ανθρώπους και να τους ανακατέψουν τα σπίτια, διότι είναι άτακτοι και τους αρέσουν τα παιχνίδια.Αυτοί ζουν στον κάτω κόσμο και τρέφονται με φίδια,σκουλίκια,κτλ.
«Καλικάντζαροι» (Πανελλαδική κοινή ονομασία), και κατά τόπους: «Καρκάτζια», «Καλκατζόνια» ή «Καλκατζάνια», «Καλκάνια», «Καλιτσάντεροι», «Καρκάντζαροι», «Καρκαντζέλια», «Σκαλικαντζέρια», «Σκαντζάρια», «Σκαλαπούνταροι», «Τζόγιες», «Λυκοκάντζαροι» και «Κωλοβελόνηδες», καθώς και τα θηλυκού γένους: «Καλικαντζαρού», «Καλικαντζαρίνες», «Καλοκυράδες», «Βερβελούδες» κ.ά.
Όλοι οι παραπάνω δεν θα πρέπει να συγχέονται με άλλα «δαιμόνια» της Ελληνικής υπαίθρου, που έχουν μεν τα ίδια χαρακτηριστικά αλλά που εμφανίζονται μέσα σ΄ όλο το χρόνο όπως οι «Βουρκόλακες» (=Βρυκόλακες), «Βουρβούλακες», «Παγανοί», «Αερικά», «Ξωτικά», «Παρωρίτες» σε αντίθεση με τους «Τσιλικρωτά» (Καρδαμύλη Μάνης), «Καλιοντζήδες» (Ήπειρος), «Πλανήταροι» και «Πλανηταρούδια» (Κύπρος), «Κατσι-άδες» (Χίος), «Κάηδες» και «Καλισπούδηδες» (Σάμος), «Κάηδες» αλλά και «Καημπίλιδες» (Κάρπαθος), «Σιβότες» και «Σιφώτες» (Καππαδοκία), και ακόμη «Χρυσαφεντάδες» [Χρυσαφεντάδες Ας εμάς καλοί] (Οινόη-Πόντος) που γενικά αυτοί εμφανίζονται και συμπεριφέρονται και ως καλικάντζαροι.
ΕΤΥΜΟΛΟΓΙΑ
Διαφορετικές είναι οι απόψεις περί της ετυμολογίας της κοινής ονομασίας τους «καλικάντζαροι». Κύριες εκ των οποίων είναι:
  • Ως παράγωγο από την Τουρκική γλώσσα (κατά Schmidt και Wachsmuth).
  • Εκ του «καλός + κάνθαρος» [Καλικάνθαρος] Κοραής (Άπαντα Δ΄) που συμφωνούν αργότερα ο Boll, ο Κουκουλές και ο Μπούντουρας.
  • Εκ του «λύκος + κάνθαρος» παρήγαγε επίσης και ο Πολίτης (Πανδώρα).
  • Εκ του «λύκος + άντζαρος » [= ανήρ] παρήγαγε ο Λουκάς (Φιλολογικές επισκέψεις).
  • Επίσης εκ του «καλίκιν + τσαγγίον» ή «καλός + τσαγγίον» και της μεγεθυντικής κατάληξης –άρος (= ο φέρων καλά τσαγγία, υποδήματα, αντί καλίκια) ή ο φέρων καλίκια αντί τσαγγίων όπως παρήγαγε ο Πολίτης.
  • Εκ του λατινικού «καλιγάτος» “Caligatus” ετυμολόγησε ο Οικονόμου.
  • Τελευταία (1955) η ετυμολογία του Παντελίδη υποστήριξε εκ του «καλίκιν + άντζα».
  • Εκ των ξένων ο Lawson παρήγαγε ετυμολογία εκ του «καλός + κένταυρος» ενώ
  • Ο Δεινάκης υποστηρίζει ότι η ετυμολογία του ονόματος είναι παράγωγο του «καρκάντζι» (καρκάντζαρος) που σημαίνει το ξηρό, κεκαυμένο, o τσουρουφλισμένος.

ΜΟΡΦΗ - ΧΑΡΑΚΤΗΡΙΣΤΙΚΑ 
Ο λαός τους φαντάζεται με διάφορες μορφές κατά περιοχή με κοινό γνώρισμα την ασχήμια τους. Κατά Αραχωβίτικη περιγραφή αυτοί είναι: «κακομούτσουνοι» και «σιχαμένοι», «καθένας τους έχει κι απόνα κουσούρι, άλλοι στραβοί, άλλοι κουτσοί, άλλοι μονόματοι, μονοπόδαροι, στραβοπόδαροι, στραβόστομοι, στραβοπρόσωποι, στραβομούρηδες, στραβοχέρηδες, ξεπλατισμένοι, ξετσακισμένοι και κοντολογής όλα τα κουσούρια και τα σακατιλίκια του κόσμου τα βρίσκεις όλα πάνω τους».
Η τροφή τους κυρίως ακάθαρτη: σκουλήκια, βαθράκοι (=βάτραχοι), φίδια, ποντίκια κ.ά. χωρίς αυτό να σημαίνει ότι αποστρέφονται τα εδέσματα του Δωδεκαήμερου.Συνήθως φαντάζονται νάνοι, αλλά και ψηλοί, σκουρόχρωμοι, με μαλλιά μικρά και ατημέλητα, μάτια κόκκινα, δόντια πιθήκου, δασύτριχοι, χέρια και νύχια πιθήκου, πόδια γαϊδάρου ή το ένα γαϊδάρου και το άλλο ανθρώπινο, ("μισοί γαϊδούρια και μισοί άνθρωποι όπως λένε στη Σύρο) αλλά και σαν «μικροί σατανάδες» - (σατανοπαίδια όπως λένε στη Νάξο), άλλοτε γυμνοί και άλλοτε ρακένδυτοι με σκούφο (οξυκόρυμβο) από γουρουνότριχες και με παπούτσια άλλοτε σιδερένια και άλλοτε με τσαρούχια ή τσαγγία.
Είναι πολύ ευκίνητοι ανεβαίνουν στα δένδρα πηδούν από στέγη σε στέγη σπάζοντας κεραμίδια κάνοντας μεγάλη φασαρία. Και ότι βρουν απλωμένα τα ποδοπατούν. Άμα βρουν ευκαιρία κατεβαίνουν από τις καμινάδες στα σπίτια και μαγαρίζουν τα πάντα.

Σε μερικά μέρη τους καλικάντζαρους τους συνοδεύει η μάνα τους η «Καλικατζαρού» που τους «ορμηνεύει» τι να πειράξουν. Σε κάποια νησιά οι καλικάντζαροι έρχονται με τις γυναίκες τους ή μόνο οι γυναίκες τους οι «καλικαντζαρίνες»! Και προκειμένου οι νοικοκυραίοι να αποφύγουν ένα τέτοιο συρφετό ρίχνουν στα κεραμίδια κομμάτια από χοιρινό ή λουκάνικα ή ξηροτήγανα! Στη Νάξο τις γυναίκες των καλικάντζαρων τις αποκαλούν «Καλοκυράδες» για να τις καλοπιάσουν (εξευμενίσουν), ενώ στην Κωνσταντινούπολη «Βερβελούδες». Ο αρχηγός των καλικάντζαρων στην παλιά Αθήνα λεγόταν «κωλοβελόνης» ενώ στη Θεσσαλία «αρχι-τζόγιας» (και «τζόγιες» οι καλικάντζαροι) στη δε Κωνσταντινούπολη «Μαντρακούκος». Στη δε Νάξο οι καλικάντζαροι φαντάζουν και χορευταράδες, αρπάζουν όποιον βρουν τη νύκτα και τον στροβιλίζουν στο χορό μέχρι να πέσει λιπόθυμος, ο γνωστός χορός των καλικάντζαρων.
ΠΡΟΕΛΕΥΣΗ
Κατά διάφορες ελληνικές δοξασίες οι καλικάντζαροι ήταν άνθρωποι με κακιά μοίρα μεταβαλλόμενοι σε δαιμόνια, γίνονται δε καλικάντζαροι αυτοί που έχουν γεννηθεί μέσα στο Δωδεκαήμερο εκτός και αν βαπτιστούν αμέσως, ή εκείνοι στους οποίους ο ιερέας δεν ανέγνωσε σωστά τις ευχές του βαπτίσματος, τα τερατώδη βρέφη, ή κατά τους Σιφναίους όσοι πέθαναν στο Δωδεκαήμερο ή αυτοκτόνησαν, στη Μακεδονία: όσοι δεν έχουν ισχυρό Άγγελο για να τους προστατεύει από τον Σατανά.
Για την προέλευση αυτών των δαιμόνων υπάρχουν οι ακόλουθες απόψεις:
  • Από την αρχαία Ελληνική Μυθολογία περί των Σατύρων και του Πάνα (Schmidi).
  • Από την αρχαία Ελληνική Μυθολογία περί των Κενταύρων (Mayer, Lawson).
  • Από τη νεώτερη φαντασία των Ελλήνων εξ αφορμής αρχαίων μύθων (Ν. Πολίτης).
  • Εκ των αιγυπτιακών κανθάρων (Boll, που συμφωνεί και ο Κουκουλές).
  • Εκ του δυτικού αετώματος του Παρθενώνα (Σβορώνος).
  • Ως δαιμόνια της εστίας του πυρός (Δεινάκης).
ΔΙΑΜΟΝΗ 
Οι καλικάντζαροι έρχονται (βγαίνουν) την παραμονή των Χριστουγέννων, (στη Σκιάθο: με πλοιάριο, στην Οινόη: με χρυσή βάρκα, στην Ικαρία: επί των φλοιών των καρυδιών) από «το κάτω κόσμο» τον Άδη. Συνήθη μέρη που μένουν μετά τον ερχομό τους είναι οι μύλοι, τα γεφύρια, τα ποτάμια και τα τρίστρατα (μεγάλα μονοπάτια) όπου παραμονεύουν μόνο κατά τη νύκτα και φεύγουν με το τρίτο λάλημα του πετεινού.

Εκτός του Δωδεκαήμερου τον υπόλοιπο χρόνο μένουν στα έγκατα της γης και πριονίζουν το δέντρο που κρατά τη γη (παραλλαγή του μυθικού Άτλαντα). Βγαίνουν δε στην επιφάνεια κοντά στο τέλος της εργασίας τους, από το φόβο μήπως τελικά η ετοιμόρροπη γη τους πλακώσει (στη Μακεδονία: για να γιορτάσουν πρόσκαιρα τη νίκη τους), όταν δε κατεβαίνουν βρίσκουν το δέντρο ακέραιο και ξαναρχίζουν το πριόνισμα. Το δένδρο των Χριστουγέννων συμβολίζει αυτή ακριβώς την ακεραιότητα και τη Θεϊκή δύναμη και προστασία με την παρουσία του Χριστού.



ΒΛΑΒΕΣ
Γενικά πιστεύεται ότι οι καλικάντζαροι αδυνατούν να βλάψουν τους ανθρώπους αλλά μόνο να τους πειράξουν, ενοχλήσουν ή να τους φοβίσουν αφού θεωρούνται (στη Μακεδονία) μωροί και ευκολόπιστοι. Λέγεται ότι ανεβαίνουν στους ώμους των ανθρώπων που συναντούν τη νύκτα και προσπαθούν να τους πνίξουν αν δεν αποκριθούν σωστά σε ότι ερωτηθούν ή κατ΄ άλλους τους παρασύρουν σε χορό που όμως τους καλούς χορευτές τους ανταμείβουν ή κατ΄ άλλους παίρνουν τη μιλιά σε όποιον μιλήσει κατά τη συνάντηση μαζί τους.

Επίσης μπαίνοντας στις οικίες απ΄ όπου μπορέσουν μαγαρίζουν την κουζίνα σε ότι δεν είναι νοικοκυρεμένο, αρπάζουν ενδύματα, «βασανίζουν τις ακαμάτρες... γι΄ αυτό τα κορίτσια το 40ήμερο προσπαθούν να φτιάξουν όσο γίνεται πιο πολύ γνέμα» (Σάμος) ή σκορπούν το αλεύρι, την τέφρα από το τζάκι τη «δωδεκαμερίτικη» ή «καλικαντζαρήσια» ή «τη στάχτη που δεν άκουσε το εν Ιορδάνη» και που θεωρείται ακατάλληλη για οποιαδήποτε χρήση.

ΑΠΟΤΡΕΠΤΙΚΑ ΜΕΣΑ
Τα αποτρεπτικά μέσα που λαμβάνονται κατά των Καλικάντζαρων διακρίνονται σε τρεις κατηγορίες:
  1. Πράξεις χριστιανικής λατρείας: α) Το σημείο του Σταυρού στην πόρτα, στα παράθυρα, στις καμινάδες, τους στάβλους και στα αγγεία λαδιού και κρασιού. β) Ο Αγιασμός των σπιτιών και μάλιστα την παραμονή των Φώτων.
  2. Επωδές: όπως «ξύλα, κούτσουρα, δαυλιά καημένα» (Καλαμάτα) που όταν ακούσουν οι καλικάντζαροι φεύγουν ή η απαγγελία του «Πάτερ ημών….» (τρις).
  3. Μαγικές πράξεις: Κάπνισμα με δυσώδεις ουσίες (παλιοτσάρουχου), εμφανή επίδειξη χοιρινού οστού, περίαπτα (χαϊμαλιά) πίσω από την πόρτα, το μαυρομάνικο μαχαίρι, το αναμμένο δαυλί ("τρεχάτε γειτόνοι με τα δένδρινα δαυλιά" Τριφυλία).
Την παραμονή των Θεοφανίων τους «ζεματίζουν» από το λάδι που παρασκευάζουν οι νοικοκυρές τηγανίτες (λαλαγγίτες, λουκουμάδες). Όταν όμως συλλάβουν κανένα από τους καλικάντζαρους τον δένουν και τον υποχρεώνουν να μετρήσει τις τρύπες του κόσκινου, και μετά τους πνίγουν μέχρι θανάτου
ΦΥΓΗ
Πασίγνωστη είναι η δοξασία που όταν οι καλικάντζαροι φεύγουν (κατέρχονται στη γη) κατά τον αγιασμό των οικιών που φωνάζουν σε τροχαίο ρυθμό:

«Φεύγετε να φεύγωμε

τι έρχεται ο τρελόπαπας
με την αγιαστούρα του
και με τη βρεχτούρα του.
Μας άγιασε μας έβρεξε
και μας, μας εκατέκαψε!» ή «και θα μας μαγαρίσει»


Με την αναχώρηση των καλικάντζαρων, η στάχτη από το τζάκι μαζεύεται και το τζάκι καθαρίζεται. Η στάχτη πετιέται σε μέρος που δεν μπορεί να χρησιμοποιηθεί για κανένα λόγο (αλυσίβα, λίπασμα κ.λ.π.)
Πραγματοποιείται καθαρμός των χωριών και των οικιών της υπαίθρου με φωτιές υπαίθριες. Επίσης καθαρίζονται και τα κόπρια των ζώων από τα κατώγια και οι άνθρωποι πλένονται, το εικονοστάσι καθαρίζεται, αλλάζει το νερό στο καντήλι κ.λ.π. γιατί οι καλικάντζαροι πέρα από τα προβλήματα που έχουν προξενήσει στους νοικοκυραίους έχουν μαγαρίσει και όλους τους χώρους.

ΠΑΡΟΙΜΙΕΣ 
Αυτός γεννήθηκε στην «εποχή των καλικαντζάρων». Λέγεται για άτομα άτολμα και ευθυνόφοβα (Μακεδονία).

ΤΑ ΠΑΓΑΝΑ – ΤΟΥ ΣΤΡΑΤΗ ΜΥΡΙΒΗΛΗ


…”Από τα Γέννα ως τα Φώτα αυτή ‘ταν η μυστική λαχτάρα ανάμεσα σε μικρούς και μεγάλους. Θα τα δούνε φέτος τα Παγανά; Κάθε βράδι γι’ αυτά μιλούσαν. Για τα συνήθια και για τα καμώματά τους.

Η μάνα, σαν έγερναν να κοιμηθούν, έριχνε μια φούχτα αλάτι στη σκεπασμένη χόβολη.
Τσατ, πατ, έσκαγε κάθε λίγο και λιγάκι τ’αλάτι, να τρομάζουν οι καλλικαντζάροι, να μη σβήνουν τη φωτιά με τον τρόπο πούξεραν.
Τρόμαζαν τα Παγανά, τρόμαζαν και τα παιδιά πάνω στον ύπνο τους και ξεπετιόνταν. Πριν πέσει να κοιμηθεί στρίμωχνε και μια ρίζα αφάνες μπροστά στη σταχτοθυρίδα, μην κατεβούν και κατουρήσουν τη στάχτη κ’ ύστερα λιώνουν και τρυπάνε τα ρούχα στη μπουγάδα. 
Κρέμαζαν οι γυναίκες μάτσα τρικοκκιές και γύρω στο ψωμοσάνιδο, να μη μπορούν να μαγαρίσουν τη ζυμωσιά. Όμως κάποιο βράδυ έρχονται πλια οι Καλλικαντζάροι, και μάλιστα με τον πιο πίσημον τρόπο.
Κει που καθόντανε κουλουριασμένα τα παιδιά μέσα στο παραγώνι κι άκουγαν νυσταγμένα τα παραμύθια της γριάς, πατημασιές έτριζαν πάνω στο χιονισμένο δώμα, γέλια πνιγμένα και μικρά ουρλιαχτά.
Κόβονταν τότε στη μέση οι κουβέντες, οι καρδιές χτυπούσαν με λαχτάρα, τα μάτια καρφώνονταν στο ταβάνι.
-Αυτοί είναι, μάνα!
Τα παιδιά πετάγονταν έξω από το παραγώνο, χλωμά-θειαφοκέρι.
-Εμ, Αυτοί θάναι, έλεγαν οι μεγάλοι, και κοιτάζονταν με νόημα. Ποιός άλλος, μέρες πούναι!
Είτανε αλήθεια οι Καλλικαντζάροι.
Σε λίγο γινόταν μια μικρή φασαρία από σιδερικά εκεί ψηλά, μέσα στα μαύρα βάθια της καμινάδας.
Τσάγκα, τσούγκα!
Οι καπνιές πλια μαδούσαν και πέφτανε πάνω στα κούτσουρα, και σε λίγο να και κατέβαινε σιγά-σιγά ένα λανάρι κρεμασμένο από ψιλό σκοινί.
Το λανάρι κουνιότανε πέρα-δώθε πάνω από τη φωτιά, και μεσ’ από την καμινάδα ακούγονταν οι Καλλικαντζάροι που τραγουδούσαν το τραγούδι τους: 
Λαγκούρ, λουγκούρ τα λανάρια του παπά τα καλεντάρια!
Για μια πίτα με τυρί για σαράντα σαραϊλί!
Είτανε κάτι που δε λέγεται το τί νιώθαν οι μικροί.
Μια γλυκιά φρίκη έτρεχε μέσα στα φυλλοκάρδια, στύλωναν τα μάτια, κ’ η καρδιά χτυπούσε να σπάσει.
Η μάνα πήγαινε έφερνε τυρόπιτα και την κάρφωνε στα καρφιά του λαναριού.
Που να βρεθούν “σαράντα σαραϊλί” στο φτωχικό τους.
Οι Καλλικάντζαροι ανασέρνανε πάλι το λανάρι, και πριν να φύγουν κατέβαινε ακόμη μια φορά η φωνή τους μέσ’ από τον μπουχαρή.
  • Και του χρόνου!
  • Αμήν! έλεγαν σοβαρά, σιγανά όλοι οι μεγάλοι. Και του χρόνου νάμαστε γεροί.”….

 ΠΑΡΑΜΥΘΙ - Ο μυλωνάς και ο Καλικάντζαρος

Μια φορά ένας μυλωνάς είχε ωραία φωτιά με κάρβουνα στο μύλο του και έψηνε μια σούβλα κρέας. Εκεί πού γύριζε τη σούβλα του, βλέπει στην άλλη μεριά έναν Καλικάντζαρο και γύριζε μια σούβλα με βατράχους! Δεν του μίλησε διόλου. Ύστερα από λίγο τον έρωτα ο Καλικάντζαρος πώς τον λέγουν.

-Εαυτό με λέγουν, του λέγει ο μυλωνάς.

Εκεί πού γύριζε τη σούβλα και το κρέας ήταν ροδοκόκκινο και μοσχομύριζε, ο Καλικάντζαρος βάζει την ιδική του σούβλα με τους βατράχους επάνω στο κρέας.
Πατ! δεν αργεί ο μυλωνάς και του φέρνει μια με ένα αναμμένο δαυλί και, καθώς ο Καλικάντζαρος ήταν γυμνός, τον κατάκαψε!
Φωνές και κακό ο Καλικάντζαρος!
- Βοηθάτε, αδέρφια, γιατί μ' έκαψαν!
- Βρε, ποιος σ' έκαψε; του λέγουν οι άλλοι Καλικάντζαροι απ' έξω. 
-Ό Εαυτός μ' έκαψε, τους λέγει εκείνος από μέσα.
- Αμ΄ σαν κάηκες από τον εαυτό σου, τι σκούζεις έτσι; Και έτσι την έπαθε ο καλός σου ο Καλικάντζαρος, γιατί ο μυλωνάς φάνηκε εξυπνότερος του.
από το Αναγνωστικό της Δ΄ Δημοτικού, ΑΘΗΝΑ 1966

Σάββατο 5 Ιανουαρίου 2019

«Ἡ ταπεινοφροσύνη», εἶπε ὁ Ἀρχαῖος Σοφός, «εἶναι ἡ βάση τοῦ ἀνώτατου,


«Ἡ Ὁδός», εἶπε ὁ Ἀρχαῖος Σοφός, «στομώνει τίς κοφτερές της κόψεις,
Ξεμπερδεύει τά μπλεγμένα νήματα,
Ἁπαλύνει τό ἐκτυφλωτικός της φῶς,
Συγχωνεύεται μέ τή σκόνη».9
Ἡ ἀληθινή ταπεινοφροσύνη δέν ὁρίζεται μέ λόγια.10 5
Εἶναι ἡ στολή τῆς Ἴδιας τῆς Πρωταρχικῆς Οὐσίας.
Ἡ Ὁδός τοῦ Οὐρανοῦ ἐνεδύθηκε αὐτήν.
Κατέβηκε ἀπό τό ὕψος Του,
Καί σκέπασε τή δόξα Του καί τή μεγαλοσύνη Του μέ ταπεινοφροσύνη,
Γιά νά μήν καταφλεχθεῖ ἡ κτίση βλέποντας τήν πύρινη φύση Του. 10
Ἡ κτίση δέν μποροῦσε ν’ ἀντικρύσει ἄμεσα τό Ἄκτιστο Φῶς Του.
Οὔτε μποροῦσε ν’ ἀκούσει τή βροντερή φωνή Του.
Γι’ αὐτό κατέβηκε ὄχι σάν σεισμός,
Ὄχι σάν πῦρ, ὄχι σάν φωνή φοβερή,11
Ἀλλά, ὅπως εἶπε ὁ Ἀρχαῖος Προφήτης: 15
«Ὡς ὑετός ἐπί πόκον
Καί ὡσεί σταγών ἡ στάζουσα ἐπί τήν γῆν.»12
Καλύπτοντας τήν μεγαλωσύνη Του μέ τό καταπέτασμα τῆς σαρκός,
Μιλῶντας μας μέ τό σῶμα
Τό ὁποῖο κατασκεύασε γιά τόν ἑαυτό Του μέσα στή μήτρα τῆς
Παρθένου.13 20
«Ἡ ταπεινοφροσύνη», εἶπε ὁ Ἀρχαῖος Σοφός, «εἶναι ἡ βάση τοῦ
ἀνώτατου,
Καί τό χαμηλό εἶναι ἡ βάση τοῦ ὑψηλοῦ.14
Γι’αὐτό ὁ σοφός φοράει τραχιά ροῦχα,
Ἀλλά ἔχει στόν κόρφο του ἰχάδι.»15
Ὅποιος φοράει τό τραχύ ἔνδυμα τῆς ταπεινοφροσύνης, 25
Ὁμοιάζει μέ τήν Ὁδό πού τό φόρεσε πρίν ἀπό μᾶς,
Ὅταν, ἐνδυόμενος τό τραχύ σῶμα τῆς ποταπότητάς μας,
Ἡ Δημιουργία ἀντίκρυσε τό ὕψος Του.
Καί τελικά ἔλαβε τό ἰχάδι της:
«Τή θέαση τοῦ Δημιουργοῦ της.»

Ιερομόναχος Δαμασκηνός
Χριστος το αιώνιο Ταο

Το βιολογικό μας ρολόι

Το Βιολογικό Ρολόι δεν κάνει λάθη – Ανακαλύψτε ποιο όργανο στο σώμα σας δεν λειτουργεί καλά Υπάρχει ένα βιολογικό ρολόι κατασκευασμένο σύμφωνα με την κινεζική ιατρική που είναι μια τέλεια ένδειξη της κατάστασης όλων των οργάνων στο σώμα σας. Αυτό το ρολόι διαιρεί τις 24 ώρες της ημέρα σε διαστήματα στα οποία η ενέργεια κυκλοφορεί διαμέσου των τμημάτων του σώματος. Δηλαδή, κάθε δύο ώρες, η ενέργεια μεταβαίνει από το ένα στο άλλο όργανο του σώματος, και εκείνο το όργανο είναι στη μεγαλύτερη αντοχή του. Ομοίως, σε αυτό το διάστημα της ημέρας, σε περίπτωση προβλήματος, τα συμπτώματα εκείνη τη στιγμή είναι τα πιο σημαντικά. Εκτός από το πεπτικό, το νευρικό, την κυκλοφορία και το λεμφικό σύστημα, το σώμα μας περιέχει ένα ενεργειακό σύστημα που αποτελείται από τους μεσημβρινούς. Αυτοί οι μεσημβρινοί είναι κανάλια, ακριβώς όπως τα αιμοφόρα αγγεία, μέσα από τους οποίους περνά η ενέργεια της ζωής. Ως εκ τούτου, αυτοί οι μεσημβρινοί έχουν αντίκτυπο στην εύρυθμη λειτουργία του οργανισμού και τη διαδικασία της ανταλλαγής των ουσιών σε αυτόν. Κάθε ένας από αυτούς τους μεσημβρινούς ανήκει σε ένα όργανο του σώματος, από το οποίο πήρε το όνομά του και στο οποίο δίνει τη λειτουργία του. Υπάρχουν 12 μεσημβρινοί, που συνδέονται με διάφορα όργανα του σώματος… πνεύμονες, ήπαρ, σπλήνα, καρδιά, λεπτό έντερο, ουροδόχος κύστη, περιοχή της καρδιάς, νεφρά, δωδεκαδάκτυλο, παχύ έντερο, στομάχι και χοληδόχος κύστη. Οι δώδεκα μεσημβρινοί χωρίζονται σε έξι ζευγάρια – 6 γιν και 6 γιανγκ μεσημβρινούς, σύμφωνα με τη θεωρία του γιν / γιανγκ. Οι Ying μεσημβρινοί περιλαμβάνουν κοίλα όργανα των οποίων η λειτουργία είναι η ανταλλαγή, απέκκριση (ουσίας, ενέργεια): στομάχι, λεπτό έντερο, ουροδόχος κύστη, δωδεκαδάκτυλο, κόλον και χοληδόχος κύστη. Οι Yin μεσημβρινοί, από την άλλη πλευρά, περιλαμβάνουν όργανα τα οποία εκτελούν λειτουργίες της συλλογής, αποθήκευσης και επεξεργασίας ουσιών και της ενέργειας στο σώμα: σπλήνα, καρδιά, νεφρά, πνεύμονες, καρδιά και περιοχή της καρδιάς. Με βάση τους κανόνες της κινεζικής ιατρικής και του νόμου του ρυθμού, κάθε μεσημβρινός αντιστοιχεί σε διαφορετικό όργανο και σωματικές λειτουργίες, λειτουργεί σε πλήρη ισχύ για 2 ώρες στον κύκλο των 24 ωρών, και 12 ώρες αργότερα, και πάλι για δύο ώρες, »αναπαύεται» ή έχει χαμηλό επίπεδο δραστηριότητας. Λαμβάνοντας υπόψη αυτό το βιολογικό ρολόι, είναι μια κοινή πρακτική κατά την οποία ένας Κινέζος γιατρός ρωτά πρώτα τον ασθενή σχετικά με το χρόνο κατά τον οποίο συμβαίνουν τα συμπτώματα της ασθένειας ή της διαταραχής του σώματος. Με αυτόν τον τρόπο, θα διαγνώσει την ρίζα των προβλημάτων στο σώμα, ειδικότερα, μπορεί να ανακαλύψει που η κυκλοφορία της ενέργειας αντιμετωπίζει δυσκολίες, ή την περιοχή του σώματος όπου υπάρχει πάρα πολλή ενέργεια, επίσης, πράγμα που δεν είναι καλό. Ως εκ τούτου, είναι σκόπιμο να ακολουθήσετε το βιολογικό ρολόι και σημειώστε την ώρα της ημέρας όταν συμπτώματα, όπως κόπωση, πόνος και παρόμοια, εμφανίζονται. Επιπλέον, είναι επίσης καλό να γράψετε την ώρα που αισθάνεστε ότι έχετε την περισσότερη ενέργεια κατά τη διάρκεια της ημέρας. Ένα άλλο σημαντικό πράγμα είναι η στιγμή που ξυπνάτε τη νύχτα γιατί αυτό δείχνει επίσης ένα πρόβλημα σε ένα συγκεκριμένο μέρος του σώματος. Παρακάτω είναι η εξήγηση των χρονικών φάσεων και μεσημβρινών σύμφωνα με το κινεζικό βιολογικό ρολόι: Χρονικές περίοδοι μέγιστης λειτουργίας 1 – 3 π.μ. – ήπαρ (αποτοξίνωση, μύες και μάτια) 3 – 5 π.μ. – πνεύμονες (δέρμα) 5 – 7 π.μ. – παχύ έντερο (αφομοίωση, εξάλειψη, δέρμα) 7 – 9 π.μ. – στομάχι (λεμφαδένες, πέψη τροφίμων) 9 – 11 π.μ. – σπλήνα, πάγκρεας (λεμφαδένες, πέψη τροφίμων) 11 π.μ -13:00 μ.μ – καρδιά (αρτηρία της κυκλοφορίας του αίματος) 13:00-15:00 μ.μ -λεπτό έντερο (πέψη , αφομοίωση, αρτηρίες) 15:00-17:00 μ.μ – ουροδόχος κύστη (οστά, δόντια, αποβολή, καθαριότητα) 17:00 – 19:00 μ.μ.- νεφρά (οστά, δόντια, αυτιά, διήθηση, αποβολή) 19:00 – 21:00 μ.μ.- καρδιακό στρώμα (συστολή των αιμοφόρων αγγείων) 21:00 – 23:00 μ.μ.- δωδεκαδάκτυλο (θερμορύθμιση) 23:00 – 1 π.μ. χοληδόχος κύστη (πέψη, μύες, μάτια) Χρονικές περίοδοι ελάχιστων λειτουργιών ή »ανάπαυσης» 1 – 3 π.μ. – λεπτό έντερο (πέψη, αφομοίωση των αρτηριών) 3 – 5 π.μ. – κύστη (οστά, δόντια, καθαρίζοντας την αποβολή) 5 – 7 π.μ. – νεφρική νόσο (οστά , δόντια, αυτιά, διήθηση, αποβολή) 7 – 9 π.μ. – καρδιακό στρώμα (συστολή των αιμοφόρων αγγείων), 9 – 11 π.μ. – δωδεκαδάκτυλο (θερμορύθμιση) 11 π.μ -13:00 μ.μ – χοληδόχος κύστη (πέψη, μύες, μάτια) 13:00-15:00 μ.μ – συκώτι (αποτοξίνωση, μύες και μάτια) 15:00-17:00 μ.μ – πνεύμονες (δέρμα) 17:00 – 19:00 μ.μ. – παχύ έντερο (αφομοίωση, εξάλειψη, δέρμα) 19:00 – 21:00 μ.μ. – στομάχι (λεμφαδένες, τροφές και πέψη) 21:00 – 23:00 μ.μ.- σπλήνα, πάγκρεας (λεμφαδένες, πέψη τροφίμων) 23:00 – 1 π.μ. – καρδιά (αρτηρία της κυκλοφορίας του αίματος) Αυτό το χρονοδιάγραμμα δείχνει τις λειτουργίες του σώματος, ανάλογα με την ώρα της ημέρας. Όταν ένα όργανο βρίσκεται στο υψηλότερο επίπεδο ενεργητικότητας, το ένα στην αντίθετη πλευρά του βιολογικού ρολογιού (12 ώρες διαφορά) βρίσκεται στο χαμηλότερο επίπεδο ενέργειας. Μπορείτε εύκολα να καταλάβετε ότι θα πρέπει να αποφεύγετε κάποιες δραστηριότητες κατά το χρόνο που η ενέργεια του οργάνου του σώματος που συμμετέχει στην εν λόγω δράση είναι χαμηλότερη. Για να φανεί αυτό, κοιτάξτε το ρολόι: μία με τρεις τη νύχτα, μπορούμε να δούμε ότι το ήπαρ έχει φτάσει στο αποκορύφωμά του. Από την άλλη πλευρά, το λεπτό έντερο είναι στο χαμηλότερο επίπεδο ενέργειας. Ως εκ τούτου, μπορείτε να καταλάβετε γιατί δεν πρέπει να τρώμε αργά το βράδυ, γιατί το φαγητό δεν απορροφάται καλά στο λεπτό έντερο. Κατά τη διάρκεια της μέγιστης δραστηριότητας του οργάνου, όλες οι λειτουργίες επιταχύνονται. Εάν υπάρχουν ασθένειες εξαιτίας της περίσσειας ενέργειας που προκαλούν δυσκολίες στο κατάλληλο οργανικό σύστημα, θα εμφανίσει στη συνέχεια ισχυρότερα συμπτώματα, πράγμα που σημαίνει ότι είναι μια βολική ώρα για να ληφθούν ορισμένα μέτρα, προκειμένου να μειωθεί η περίσσεια ενέργειας. Αντιθέτως, εάν το κατάλληλο όργανο κατά το μέγιστο χρόνο παρουσιάζει αδυναμία, θα πρέπει να ενισχυθεί. Γι ‘αυτό το λόγο, μπορείτε να επιλέξετε κάποιες από τις πολλές λύσεις που προσφέρουν τα φυσικά φάρμακα, προκειμένου να επέμβετε σε περίπτωση πλεονασμού και έλλειψης ενέργειας. Ορισμένες από αυτές περιλαμβάνουν βότανα, ομοιοπαθητική, ο βελονισμός και τα παρόμοια. *Οι πληροφορίες που περιέχονται στην σελίδα ΘΕΡΑΠΕΥΤΗΣ δεν μπορούν να αντικαταστήσουν την γνωμάτευση του ιατρού σας. .

Παρασκευή 4 Ιανουαρίου 2019

Ο σούπερ σταρ της επαγγελματικής πάλης (κατς), Τζιμ Λόντος


Σαν σήμερα στις 2 Ιανουαρίου 1897 γεννήθηκε ο σούπερ σταρ της επαγγελματικής πάλης (κατς), Τζιμ Λόντος ο οποίος πρόσφερε ώρες χαράς και ξεγνοιασιάς στους δοκιμαζόμενους από το οικονομικό κραχ Αμερικανούς. Ο Τζιμ Λόντος (Jim Londos) γεννήθηκε στο Κουτσοπόδι του Άργους ως Χριστόφορος Θεοφίλου και ήταν το μικρότερο από τα 13 παιδιά της οικογένειάς του. Η μητέρα του ήθελε να γίνει ιερέας, ενώ ο πατέρας του τον ονειρευόταν στρατιωτικό. Ο ίδιος προτίμησε να γίνει μετανάστης και σε ηλικία μόλις 13 ετών εγκατέλειψε το σπίτι του, ταξίδεψε στην Αμερική κι έπιασε δουλειά ως λαντζέρης σ' ένα εστιατόριο της Νέας Υόρκης. Η ιδέα να ασχοληθεί με την πάλη τού δημιουργήθηκε όταν βρέθηκε τυχαία σ' έναν αγώνα, καθώς «εξερευνούσε» τους δρόμους του Μανχάταν, λίγες ημέρες μετά την άφιξή του. Με τα πρώτα χρήματα που κέρδισε από τη δουλειά του, γράφτηκε σ' ένα προπονητήριο και άρχισε να μαθαίνει τα μυστικά του αθλήματος. Πολύ σύντομα, προσέλκυσε το ενδιαφέρον των οργανωτών αγώνων, καθώς διέφερε απ' όλους τους άλλους παλαιστές. Ήταν μικρόσωμος και χωρίς κανένα ψεγάδι τερατομορφίας, ενώ διέθετε δύναμη, ευκινησία, ευστροφία και πονηριά. Αυτή η διαφορετικότητά του ταύτιζε τους θεατές μαζί του, στον ρόλο του «καλού» που μάχεται και τελικά νικάει τον γιγαντόσωμο «κακό» αντίπαλό του. Δεκάδες χιλιάδες κόσμου συνέρεαν σε κάθε αγώνα του για να παρακολουθήσουν τα κατορθώματά του και να απολαύσουν τις θεαματικές λαβές και τα «αεροπλανικά» του. Ο Τζιμ Λόντος -προσωνύμιο που του δόθηκε από τον αθλητικογράφο Ρόσκο Φόσετ, έπειτα από μία νίκη του στην ομιχλώδη αρένα «Λονδίνο» (London) του Πόρτλαντ- υπήρξε από τους πρωτεργάτες τους είδους της πάλης που αργότερα έγινε γνωστό διεθνώς ως «κατς». Παντού αποθεώνεται με το αεροπλανικό κόλπο. Ο Λόντος εξήγησε πως το έκανε. Επειδή ήταν κοντός με δυνατά πόδια και εξαιρετικά γυμνασμένος, μπορούσε να σηκώσει πολύ πιο βαρείς αντιπάλους ψηλά, πάνω από το κεφάλι του και αφού τους στριφογυρίσει, να τους πετάξει στο ταπί. Δεν εκβίαζε ποτέ το κόλπο. Περίμενε με υπομονή να πάρει τη λάθος στάση ο αντίπαλός του και να κουραστεί. Στις 8 Ιουνίου του 1930 ανακηρύχθηκε από την Ομοσπονδία Πάλης της Πολιτείας της Νέας Υόρκης παγκόσμιος πρωταθλητής βαρέων βαρών, τίτλο που κράτησε έως το 1946, οπότε και αποσύρθηκε. Σε αυτά τα 16 χρόνια έδωσε περισσότερους από 2.500 αγώνες και ηττήθηκε σε λιγότερους από δέκα! Παντού αποθεώνεται με το αεροπλανικό κόλπο. Ο Λόντος εξήγησε πως το έκανε. Επειδή ήταν κοντός με δυνατά πόδια και εξαιρετικά γυμνασμένος, μπορούσε να σηκώσει πολύ πιο βαρείς αντιπάλους ψηλά, πάνω από το κεφάλι του και αφού τους στριφογυρίσει, να τους πετάξει στο ταπί. Δεν εκβίαζε ποτέ το κόλπο. Περίμενε με υπομονή να πάρει τη λάθος στάση ο αντίπαλός του και να κουραστεί. Ο ίδιος εξηγούσε ότι μόνο σε λίγους δεν τολμούσε να κάνει το κόλπο. Κυρίως σε όσους είχαν υψηλή τεχνική κατάρτιση και κοντά, αλλά δυνατά πόδια. Ο Έλληνας αθλητής εξηγούσε ότι με ένα τέτοιο αθλητή θα μπορούσαν να χτυπήσουν πολύ άσχημα και οι δύο. Οι Έλληνες τον απολάμβαναν κατά καιρούς στο Παναθηναϊκό Στάδιο, όταν ερχόταν για να κατατροπώσει τον Κβαριάνι, τον Μεμέτ Αλή, τον Βάντερβαλντ και το 1959 (στα 64 χρόνια του!) κάποιον Άγγλο παλαιστή τριάντα χρόνια νεότερό του... Η λαμπρή πορεία του στα ρινγκ υπήρξε ιδιαίτερα προσοδοφόρα για τον Λόντο. Αλλά και ο ίδιος υπήρξε γενναιόδωρος, προσφέροντας σημαντικά χρηματικά ποσά για τα ελληνόπουλα που έμειναν ορφανά κατά τον Β' Παγκόσμιο Πόλεμο. Πέθανε στην Καλιφόρνια στις 19 Αυγούστου 1975, από ανακοπή καρδιάς.

Τρίτη 1 Ιανουαρίου 2019

«Πότε τη Γουτού, Γουπατού, μαμ γατί»· Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης

Γουτού Γουπατού 
Το διήγημα του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη Γουτού Γουπατού δημοσιεύτηκε την Πρωτοχρονιά του 1899 στην εφημερίδα Ακρόπολις.

    Τον επετροβολούσαν οι μάγκες της αγοράς, τον εχλεύαζον τα κορίτσια της γειτονιάς, τον εφοβούντο τα νήπια και τα βρέφη. Τον έλεγαν κοινώς «ο Ταπόης» ή ο Μανόλης το «Ταπόι».
    — Ο Ταπόης! Να, ο Ταπόης έρχεται...
    Φόβος και τρόμος εκολλούσε τα άκακα βρέφη εις το άκουσμα του ονόματος τούτου. Η νεολαία του χωρίου, οι θαμώνες των μαγαζιών και των καφενείων, δεν έπαυαν ποτέ να τον  πειράζουν.
    — Είσ’ ένα χταπόδι, καημένε Μανολιό, είσαι χταπόδι.
    Κι εκείνος, με την γλώσσαν του την δεμένην δια γλωσσοδέτου μέχρι της ρίζης των οδόντων, απήντα·
    — Ναι, είμι Ταπόι!... Ισύ είσι ταπόι. (Ναι, είμαι χταπόδι, εσύ είσαι χταπόδι).
    Είχε φίλους τόσον ολίγους και τόσον αμέτρητους εχθρούς, εις μέρος τόσον ολιγάνθρωπον! Κάποτε φιλάνθρωπος ή διακριτικός τις τον  υπερήσπιζεν εναντίον της επιθέσεως των αγυιοπαίδων. Εις εκείνον εγίνετο σκλάβος ισόβιος, κι εξετέλει δι’ αυτόν διακονήματα προθύμως, μετά βίας δεχόμενος φίλεμα ή κέρασμα. Προς όλους τους άλλους δεν υπήρχε φιλία, ούτε σπονδή.

    Μόνον την μητέρα του είχεν εις τον  κόσμον. Εκείνη τον  επόνει, τον ηγάπα περιπαθώς, και αυτός την ελάτρευεν· αδελφήν δεν είχεν. Ο ένας αδελφός του είχε χαθή εις την Αμερικήν προ χρόνων και δεν ηκούσθη. Ο άλλος, χασομέρης, άχρηστος, ως μόνον επάγγελμα είχε το να πηγαίνη κάθε χρόνον μέσα εις την μεγάλην στερεάν, εκεί όπου υπήρχον άφθονα θέρη, και να κάμνει το έργον της σβάρνας· ήτο δε η σβάρνα βαρεία σανίς, την οποίαν έσυρον άλογα ή βόδια εις το αλώνι· και αυτός εκάθητο επάνω εις την σανίδα, έμψυχον βάρος, δια να γίνεται τέλειον το αλώνισμα· εκεί είχεν αποθάνει. Ο τρίτος εγύριζε ναυτικός εις τα ξένα. Ο Μανόλης άλλην στοργήν δεν είχεν εις τον  κόσμον από την μητέρα του. Αύτη ήτο ήδη γραία, και αυτός είχε μεγαλώσει πολύ.
    Οι ολίγοι φίλοι του, εκείνοι οίτινες συνεπάθουν προς αυτόν εν τη αγορά, τον είχον ακούσει επανειλημμένως ν’ απειλή και να λέγη με την γλώσσαν του την νηπιώδη·
    — Τάνι Γιά πετάνι γω πιιγώ μέτα Μπούτι! (Σαν πεθάνη η Γριά, θα πέσω εγώ να πνιγώ μες στο Μπούρτζι.)
    Εθεώρει τον εαυτόν του ως άχρηστον. Εξαιρουμένης της γλώσσης το ήμισυ του ανθρώπου ήτο υγιές. Ο δεξιός πους εσύρετο κατόπιν του αριστερού· δεν εκινείτο ελευθέρως. Η δεξιά χειρ, αν και χονδρή και δυσανάλογος, και σχεδόν παράλυτος φαινομένη, είχε τεραστίαν ρώμην. Ωμοίαζε με μάγγανον ή με οδόντας ταυροσκύλου. Δια να δράξη έν πράγμα, συνήθως βραχίονα ή πλάτην κανενός παιδίου οχληρού, εχρειάζετο κόπον· έπρεπε να την βοηθήση η άλλη χειρ, να ψαύση δηλαδή τον  γρόνθον της δεξιάς, και να τον  διευθύνη· αφού όμως άπαξ έδραττε το αντικείμενον, η τεραστία χειρ δεν το άφηνε πλέον, σχεδόν και αν ήθελε να το αφήση. Αλλοίμονον τότε εις τον βραχίονα, εις την ωμοπλάτην, αλλοίμονον εις την κεφαλήν του αυθάδους. Ήτο χωλός  και  κυλλός  και  μογιλάλος. Ήτο ο Μανωλιός το ταπόι.
    Τέσσαρες ή πέντε άνθρωποι εγνώριζον καλώς την γλώσσαν του εις όλον το χωρίον. Ούτοι εκαλούντο, καθώς τους είχεν ονοματίσει ο ίδιος, ο Γωμέος, ο ΙΙαγιώτας και ο Παπαγάς. Τα καθαυτό ονόματά των ήσαν Λαμιαίος και Μιχαλιός και Παπαγιάννης. Αλλά πώς εκ  του  Μιχαλιός, εσχημάτισε το Παγιώτας; Άπορον. Σπανίως προσέθετε συλλαβήν ή μετέθετε τον τόνον. Η φθογγολογία του ήτο περιεργοτάτη, και εν αυτή επλεόναζον τα λαρυγγόφωνα, ως και τα σκληρά και ψιλά εκ των αφώνων. Γατί ονόμαζε το γατί, γατί το γιατί, γατί το χαρτί.
    Αλλ’ έξαφνα μίαν ημέραν εξέφερε φράσιν εν η υπήρχεν η λέξις αύτη, πλην δεν έβγαινε νόημα ούτε ως γατί, ούτε ως γιατί, ούτε ως χαρτί. Η φράσις ήτο:
     «Πότε τη Γουτού, Γουπατού, μαμ γατί»· (
Πότε ναρθή του Χριστού, τ’ ΄Αι-Βασιλειού, να φάμε...). Καταρχάς οι τρεις γνώσται της γλώσσης ενόμισαν, ότι απεκάλει μυκτηριστικώς γατιά τα κρέατα τα οποία επωλούσαν οι κρεοπώλαι του χωρίου. Οι τρεις προειρημένοι, και μάλιστα ο Παγιώτας, ήσαν δυνατοί εις την γλώσσαν του, και την ωμίλουν οι ίδιοι. Αλλ’ όταν προσέτρεξαν εις τα ανώτερα φώτα του κυρ Γιωργή του Δαυκιώτη, διευθυντού του μεγάλου καφενείου, όστις ήτο  και ο επίσημος προστάτης του Ταπόη, και οιονεί επίτιμος καθηγητής της ιδιαιτέρας γλώσσης, χωρίς να την ομιλή ο ίδιος, ούτος απεφάνθη ότι τοιαύτη πικρά ειρωνεία δεν θα ήρμοζεν εις τα αισθήματα του πτωχού του Μανόλη, αλλ’ ότι ίσως ωνόμαζεν απλώς «γατί» και το κατσίκι και το αρνί. Ως τόσον το πράγμα έμεινεν αμφίβολον άχρι της ώρας ταύτης.
     Επερίμενε πράγματι ανυπομόνως πότε νάρθη του Χριστού, τ’ ΄Αι-Βασιλειού, και άμα έμβαινε το Σαρανταήμερον, όπισθεν της θύρας του καφενείου του κυρ- Γιωργή, εσημείωνεν ιδιοχείρως, με έν τεμάχιον κιμωλίας, τόσες γιώτες, όσας ημέρας έχει η Σαρακοστή και κάθε πρωί, πριν του δώση ο Γιωργής τσιγάρον να καπνίση, ή καφέν να πίη, έσπευδε να σβύση μίαν ιώτα, και τας έβλεπε με χαράν να ολιγοστεύουν. Πλην οι μοσχομάγκες της αγοράς, λαθραίως, επήγαιναν κι έγραφαν άλλες τόσες γιώτες, όσες είχε σβήσει εκείνος, κι έτσι η Σαρακοστή εφαίνετο ότι δεν θα είχε ποτέ τελειωμόν.
    Ο Άι- Νικόλας είχεν ασπρίσει ήδη τα γένια του προ ημερών, και ήτον η σειρά του Αγίου Σπυρίδωνος ν’ ασπρίση τα ιδικά του˙ δεν έμενον πλέον, ειμή δώδεκα ημέραι έως τα Χριστούγεννα.
    — Έχουμε χαβά ακόμα, βρε χταπόδι! του εφώναζεν ο Νικολός ο Μπαχουλάς· εικοσιδυό μέρες ακόμα θέλουμε.
    — Ναι, ταπόι! εψέλλιζεν ο Μανόλης· το κότι, κότα τύ. (Να μαζώξης τη γλώσσα σου συ).
    — Σε γελούν, βρε Μανιέ, δώδεκα μέρες ακόμα, τον επαρηγόρει ο Γιωργής.
    Και ήρχετο η καρδιά του Μανόλη στον τόπον της. Είχεν αναλάβει μίαν υποχρέωσιν δια τας εορτάς. Επρόκειτο να συνοδεύη μερικά εκ των παιδιών της κάτω γειτονιάς, όσα ήσαν τέκνα ή ανεψίδια φίλων  και προστατών του, όταν θ’ ανήρχοντο προς τα επάνω, αφ’ εσπέρας της παραμονής των Χριστουγέννων, ως και του Αγίου Βασιλείου και των Φώτων, ανά δύο και τρία, δια να τραγουδήσουν τα χαρμόσυνα τραγούδια εις τα σπίτια και  εις τα μαγαζιά της επάνω ενορίας. Διότι δεν θα ετόλμων ποτέ να ανέλθουν μοναχά των εκεί επάνω.
    Όλα τα παιδία του χωρίου ήσαν διηρημένα εις δύο μεγάλα πάνοπλα στρατόπεδα. Αι εχθροπραξίαι ήρχιζον από το φθινόπωρον, διήρκουν καθ’ όλον τον  χειμώνα, εξηκολούθουν την άνοιξιν, και δεν έπαυον το θέρος ,ειμή εφ’ όσον μετεφέροντο εις τον ελεύθερον κάμπον, όπου εκοκκίνιζον άωρα και ημωδίαζον τους οδόντας προκλητικά τα μήλα, τα κεράσια, τα απίδια, και ύστερον τα σταφύλια. Ο επίσημος πετροπόλεμος διεξήγετο ιδίως την Κυριακήν των Βαΐων, αλλ’ όμως ο πετροπόλεμος ο καθημερινός ποτέ δεν εκόπαζε μεταξύ των δύο φουσάτων.
    Εις την επάνω ενορίαν, εκεί άνωθεν του Βράχου, εβασίλευεν ο φοβερός Τσηλότατος. Ήτο υψηλός, όσον και ο βράχος, εφ’ ου είχε τον  θρόνον του, σγουρομάλλης, ακτένιστος, ξεσκούφωτος, ξυπόλυτος, και αποτρόπαιος. Ήτο αυτός ο ανεγνωρισμένος αρχηγός των μαγκών της Άνω Ενορίας και όλου του χωρίου. Τα δύο ποδάρια του ήσαν χονδρά, μελαψά κα πλατέα, ως δύο κατάρτια. Εφόρει παρδαλήν φανέλαν, ήτις ήτο άμα το υποκάμισον και το επανωφόρι του, και κοντόν πανταλόνι, χειμώνα και θέρος. Άδειαν δεν είχε, παιδί ή νέος ή γέρος να περάση απ’ εκεί σιμά εις τον βράχον, εξουσίαν δεν είχε γριά ή νέα να πάγη εις την βρύσιν με την στάμναν της. Ήτο ως δεκαεπτά ετών και ήτο φοβερός σκιάς ήδη. Εφορολόγει τας γραίας, τας οικοκυράς, τας πτωχάς χήρας. Αν δεν του έδιδε μερδικό από τα φουρνιάτικα η Γαρουφαλιά, η φουρναρού, δεν της επέτρεπε να ψήσει τα ψωμιά. Έβαλλε φωτιά εις τα κλαδιά και τα έκαιεν, εις το προαύλιον του φούρνου·  εφώναζε τ’ άλλα τα παιδιά, να πηδήσουν εκ τρίτου απ’ επάνω από την λαμπήν της φωτιάς, ως να ήτο ήδη τ’ Άι-Γιαννιού στο Λιοτρόπι. Από την μίαν γειτόνισσαν απήτει να του φέρη τυρόπιταν που να πλέη στο βούτυρο, δια να φάγη, από την άλλην λαδόπιταν με λάδι πολύ, ή καμμίαν γριά (μεγάλην τηγανίταν, ίσην με το τηγάνι), από την άλλην τυλιχτό (είδος κολοκυθόπιττας) ή μπομπότα με πολύ πολύ μέλι.
    Είχεν ακούσει τους παλαιούς μύθους δια τα θεριά, τα οποία εφώλευαν σιμά εις την βρύσιν, από την οποίαν υδρεύετο το χωρίον. Εάν επέζη ώστε να γίνη είκοσιν ετών, εμελέτα να επιβάλη εις τους κατοίκους, ως ετήσιον φόρον, ένα κορίτσι τουλάχιστον. Και ο Σουλτάνος, καθώς ήκουσε να λέγουν, μίαν φοράν παντρεύεται τον χρόνον. Δυστυχώς υπήρξε πολύ βραχύβιος, δεν επρόφθασε να φθάση εις ηλικίαν. Και υπήρξεν ο τελευταίος της γενεάς του. Παιδίον όταν ήτο, εις τον ανεμόμυλον όπου είχεν ανατραφή, είχον αποθάνει τα δύο αδελφάκια του. Κατόπιν απέθανεν η γριά, η μάννα του, ύστερον ο γέρος. Του εφάνη ότι είχε πέσει απ’ επάνω τους ο ανεμόμυλος και τους επλάκωσε, και πράγματι έπεσεν, αφού ο γέρος δεν εζούσε πλέον δια να τον αλέθη. Από τον μύλον έως τα Μνημούρια, το κοιμητήριον του χωρίου, ήτο πολύ σιμά.
    Οι γονείς του ήσαν καλοί χριστιανοί, εσκέφθη, και δεν επέβαλαν εις τους ανθρώπους μεγάλην αγγαρείαν, να τους κουβαλούν μακράν δια να τους θάψουν. Πλην και αυτός, αρκετά ετάισε τους πεθαμένους, είπε, και ήτον καιρός πλέον ν’ αρχίσει να βυζαίνη τους ζωντανούς. Και αφού ο πεσμένος ανεμόμυλος δεν ήτο πλέον καλός δια να κατοική τις μέσα, εκουβαλήθη και αυτός εις το άλλο άκρον της υψηλής συνοικίας, επάνω από τους βράχους. Εκεί έστησε τον θρόνον του.
    Ήτο ανεγνωρισμένος ηγεμών όλων των μαγκών  και  φοβερός πολέμιος όλων των παιδίων του σχολείου. Όλα τα παιδιά «τού έκαναν το σκήμα». Ήτο ο Μήτρος — ο Μήτρος ο Τσηλότατος — η «Τσηλότατος Γιατρός». Πόθεν και διατί ωνομάσθη ούτω; Άδηλον. Ίσως να ήτο παιδική αντίληψις του «υψηλότατος» ή του «εξοχώτατος». Αγνοώ.
    Ο δήμαρχος του τόπου, «εκπληρών και τα αστυνομικά», συνέβη να περάση μίαν ημέραν απ’ εκεί, σιμά εις τον βράχον, όχι μακράν από την βρύσιν, ένθα είχε το στραταρχείον του ο Τσηλότατος. Αι πτωχαί γυναίκες της γειτονιάς είχον παραπονεθή πικρώς εναντίον της μάστιγος. Ο δήμαρχος έσεισε τους ώμους, εμειδίασεν, απηύθυνεν ηπίας επιπλήξεις εις τον Μήτρον και εις όλην την δωδεκαμελή συμμορίαν των μαγκών — ο Τσηλότατος είχεν ακριβώς μίαν δωδεκάδα, όσους συμβούλους είχε και ο δήμαρχος και απεφάνθη·
    — Αφήστε τα παιδιά να παίζουν, καλέ, αυτό δεν βλάπτει. Φτάνει να μην το παρακάνουν.

    Πέντε ή εξ παιδιά του σχολείου, απ’ εκείνα τα οποία εκυνήγει ασπόνδως ο Τσηλότατος, είχον αναβεί εν συνοδεία του Μανωλιού του Ταπόη εις την επάνω γειτονιάν, την εσπέραν της παραμονής του Αγίου Βασιλείου κατ’ εκείνο το έτος.
    Ο Μανολιός ο Ταπόης, «το ’λεγε η καρδιά του, μια φορά». (τοιούτον σχήμα συντάξεως, με την άδειαν όλων των γραμματικών, μας φαίνεται παραστατικόν δια τον άνθρωπον). Ο Μανολιός ο Ταπόης, αλλού επήγαιναν τα πόδια του, αλλού αι χείρες και αλλού το σώμα του. Πλην οι μυώνες του ήσαν ισχυροί, και ο γρόνθος της παραλύτου χειρός εκείνης έσφιγγεν ως μάγγανος. Ανέβαινον και είχον και τον φόβον. Δεν ήτον η πρώτη φορά. Κατά τα προηγούμενα έτη, ο Μήτρος ο Τσηλότατος με το φουσάτον του, αν και μικρός ακόμα, τον είχε καταρημάξει τον πτωχόν τον  Ταπόη, μαζί με τους προστατευομένους του. Την φοράν αυτήν, δύο ή τρεις εκ της συμμορίας του Μήτρου, οπού εφύλαγαν καραούλι, είχον κατοπτεύσει εις το φως της σελήνης μακρόθεν τους ερχομένους. Ήτο ως δύο ώρας μετά την δύσιν.
    — Ο Μανόλης το χταπόδι, έρχεται, μας φέρνει κελεπούρια, έδωκαν είδησιν εις τον Μήτρον τον Τσηλότατον.
    — Είναι πολλοί; ηρώτησεν άλλος μάγκας, όστις ίστατο πλησίον του Μήτρου.
    — Είναι πέντ’ έξι εφτά οχτώ· είναι καμιά δεκαριά... ως μια ντουζίνα, είπε το καραούλι.
    — Σιώπα σύ! επετίμησεν ο Μήτρος τον ερωτήσαντα˙ δεν είναι δουλειά σου. Πούν’ τοι;
    — Κοντεύουν, ζυγώσανε.
    — Στα πόστα σας, εσείς! Μαζώξετε πολλά βράχια, διέταξεν ο Τσηλότατος. Αν δεν σας πω εγώ, κανένας μη ρίξη!
    Όταν επλησίασεν η συνοδεία, το φουσάτον ήτον ανυπόμονον να χυθή εναντίον της. Αλλ’ ο Μήτρος διέταξε να μείνουν κρυμμένοι, «στα πόστα τους».
    — Θα τους πάρουμε κατακοντά, εξηγήθη ο Μήτρος εις τον πλησιέστερόν του. Να ψωμώσουν πρώτα, κι ύστερα.
    — Α! έκαμεν εκείνος.
    Να ψωμώσουν, εννοούσεν ο Μήτρος να πάρουν λεπτά, αφού τραγουδήσουν εδώ εκεί στα σπίτια. Ύστερον θα τους ερίχνοντο, θα τους έπαιρναν τα λεπτά, και θα τους έδιδαν και ξύλο. Τα «βράχια», τα οποία είχον μαζέψει, θα εχρησίμευον μόνον αν τυχόν ετρέποντο εις ταχείαν φυγήν οι άλλοι.
    Τα παιδία της κάτω ενορίας, μοιρασθέντα εις δύο, εισήλθον εις δύο μαγαζιά και ήρχισαν να τραγουδούν τον Αι-Βασίλη. Ο Μανώλης το Χταπόδι ίστατο εις τον παραστάτην της θύρας του ενός. Κατόπιν εισήλθον εις άλλα μαγαζιά, ακολούθως ανέβησαν εις γνώριμα σπίτια. Ο Μανώλης πάντοτε φρουρός της έξω θύρας.
    Η συμμορία του Τσηλότατου πάντοτε αφανής τους παρηκολούθει εξόπισθεν, κρυμμένη εις τα στενά και εις τ’ αγκωνάρια των σπιτιών.
    Μετά ώραν η συνοδεία του Μανώλη κατέβη πάλιν εις την κυρίαν οδόν. Ηκούετο ο βρόντος της τσέπης των παιδίων. Ο Ταπόης εκοίταζεν εδώ κι εκεί. Είχεν ακούσει ψιθυρισμούς δύο ή τρεις φοράς. Δεν εγνώριζε καλά τα κατατόπια. Υπωπτεύετο και ήθελε να ψάξη, να βεβαιωθή. Δεν ήθελε ν’ αφήση τα παιδιά μοναχά τους.
    — Ο Τσηλότατος τί να γίνεται; είπε την στιγμήν αυτήν έν των παιδίων.
    — Πώς δε μας θυμήθηκε;
    — Να ο Τσηλότατος! ηκούσθη αίφνης φοβερά φωνή. Τσηλότατος Γιατρός!
    Ήτο ο ίδιος ο Τσηλότατος, όστις εξεπήδησεν αίφνης από ένα χάλασμα και κατόπιν του έτρεξεν όλη η συμμορία.
    — Τσηλότατος Γιατρός! επανέλαβον εν χορώ οι συμμορίται του˙ κάμετε όλοι το σκήμα! Τσηλότατος Γιατρός!
    — Πιάστε σεις τα κελεπούρια, εφώναξεν ο Τσηλότατος. Το χταπόδι το κοπανίζω ’γώ!
    Εν ριπή οφθαλμού ευρέθησαν αντιμέτωποι ο Τσηλότατος  και  ο Ταπόης.
    Η μάχη ήρχισε. Πάραυτα ο πτωχός ο Ταπόης έφαγε δύο κατακεφαλιές, τρεις, τέσσαρες από την χείρα του φοβερού Τσηλότατου.
    Δεν εφαίνετο η ελαχίστη πιθανότης, δεν υπήρχεν ελαχίστη ελπίς ότι δεν ήθελε την πάθει.
    Το έν των παιδίων, το οποίον ήτο σχετικώτερον του Ταπόη, εξεγλίστρησεν από τα χέρια του ενός μάγκα και επλησίασε σιγά εις τον Ταπόην.
    Το παιδίον τούτο εννοούσε καλώς την γλώσσαν του Μανόλη. Ο προβλεπτικός Ταπόης του είχεν ειπεί δια γλώσσης και δια χειρονομίας.
    — Άα γης Τόπατο μάμι μίμι, έα ντα, χέι το αό χέι· (Τουτέστιν· άμα ιδής τον Τσηλότατο να κοντεύη να με κάμει ψοφίμι, έλα κοντά να μου βάλης το χέρι αυτό (το αριστερό) εις τον  καρπόν του άλλου χεριού (του δεξιού).
    Κατά την κρίσιμον στιγμήν το παιδίον αυτό ενθυμήθη την σύστασιν, επλησίασεν εις τον  Ταπόην κι εδοκίμασε να εκτελέση την συνταγήν. Επέτυχε.
    — Τί του έκαμες, βρε; μάγκα; ηρώτησαν οι άλλοι.

    Μετά μίαν στιγμήν ο λαιμός του Τσηλότατου ευρίσκετο ως εν φοβερά αρπάγη εντός του σφιγκτού γρόνθου με τους γαμψούς όνυχας, της πελωρίας χειρός του Ταπόη. Ο Τσηλότατος άφήκε πνιγμένην κραυγήν. Ήσπαιρεν, ηγωνία, εσφάδαζεν. Ολίγον ακόμη αν έσφιγγεν ο Ταπόης, δεν θα υπήρχε πλέον Τσηλότατος.
    — Πόκυλον! έκραξε μόνον ο Ταπόης (χασαπόσκυλο!). Τα παιδιά της συμμορίας, εκρέμασαν τα χέρια κάτω και άφησαν τα «κελεπούρια». Δεν επρόφθασαν να ψάξουν τα θυλάκια. Η συνοδεία από την Κάτω Ενορίαν ανεθάρρησε.
    — Μπράβο, Μανόλη! Μπράβο!
    Ολίγον ακόμη, και οι αμυντικοί θα ελάμβανον επιθετικήν στάσιν. Ο Τσηλότατος επνίγετο, ερρόγχαζεν, εξεψυχούσε. Τα μάτια του είχαν πεταχτή έξω από τας κόγχας. Η ανταύγεια από τους λύχνους των μαγαζιών τα εδείκνυε τρομερά εις την νύκτα. Η σελήνη έλαμπεν εκεί επάνω υψηλά. Σιωπή και τρόμος και αγωνία.
    Έν των παιδίων από την συμμορίαν έτρεφεν αληθή στοργήν προς τον  Τσηλότατον. Τον ήγάπα ως αδελφοποιτόν. Το παιδίον τούτο είχεν ακούσει να λέγουν ότι ο Ταπόης, όταν συνέβη ποτέ ν’ ακούση ότι η μήτηρ του αρρώστησεν έξαφνα, έτρεξεν έξαλλος εκ τρόμου και απελπισίας. Αίφνης του ήλθεν η ενθύμησις αυτή. Το παιδίον αυθορμήτως εφώναξε·
    — Πεθαίν’ η μάννα σου, Μανόλη! Μανόλη, τρέχα, πεθαίν’ η μάννα σου.
    Δια να σωθή τις από τους οδόντας της Σκύλλης, τον παλαιόν καιρόν, έπρεπε να
επικαλεσθή την μητέρα του τέρατος.
    «Αυδάν δέ Κραταιή, μητέρα της Σκύλλης, η μιν τέκε πήμα βροτοίσιν».
    Εις τους καθ’ ημάς χρόνους, όσοι επικαλούνται τον Άγιον Φανούριον, οφείλουν να λέγουν: «Θεός σχωρέσ’ την μητέρα του Αγίου Φανουρίου! Θεός σχωρέσ' την!» Η σύμπτωσις μαρτυρεί απλώς πόσον κοινή είναι η προς την μητέρα φιλοστοργία, και εις τους Αγίους και εις τα τέρατα.
    Ο Ταπόης ετρόμαξε, κατεπλάγη, ωχρίασεν. Επίστευσε προς στιγμήν το ψευδές άγγελμα˙ ηττήθη από το τέχνασμα το παιδαριώδες. Αφήκε τον λαιμόν τον οποίον αγρίως έσφιγγεν. Ο Τσηλότατος εγλύτωσεν ευθηνά, την βραδυάν εκείνην.
    Τα παιδιά της συμμορίας είχον αρχίσει να διασκορπίζωνται. Οι δύο γείτονες καταστηματάρχαι επήραν είδησιν εν τω μεταξύ. Εξήλθον με φωνάς και μ’ επιπλήξεις·
    — Τ’ είν’ εδώ; Τί γίνετ’ εδώ;
    Ο Τσηλότατος, ζαλισμένος, έπεσεν εις μίαν γωνίαν, δια να αναλάβη πνοήν. Και τα λοιπά παιδία, εκτός εκείνου του αφοσιωμένου, όστις είχεν επινοήσει και εκτελέσει το τέχνασμα, ετράπησαν εις φυγήν.
    Ο Μανόλης μετά της συνοδείας του κατήλθον προς την ενορίαν των. Όλα τα παιδιά ήσαν υπερήφανα και καμαρωμένα. Αυτήν την χρονιάν, εξήλθον νικηταί από τον αγώνα. Ο Μανόλης ήτον εντροπιασμένος, διότι επίστευσε το ψευδολόγον παιδίον.
    — Δεν πειράζει· τον  επαρηγόρησεν ο Βαγγέλης, εκείνος όστις εγνώριζε την γλώσσαν του και όστις είχεν εκτελέσει το πείραμα της εμβολής και της κατευθύνσεως της χειρός.
    — Καλλίτερα που σε γέλασε, παρά να σου τόλεγε αλήθεια και να λες πάλι, καθώς την άλλη φορά, — θυμάσαι;— πού κινδύνεψε ν’ αποθάνει η μάννα σου: «Πα μένη! πα νταμένη!» (Πάει, καημένη! πανταπάει, κατακαημένη!)

Κυριακή 30 Δεκεμβρίου 2018

2019 η χρονιά του χοίρου

Το κινεζικο ζωδιο χοιρος


Στην Κίνα, αντίθετα με τη Δύση, ο χοιρος σαν σύμβολο είναι μάλλον θετικό και ευχάριστο. Τα κινέζικα γράμματα για το «χοιρο» και τη «στέγη» μαζί σημαίνουν «σπίτι» και στην αρχαία Κίνα κανένα νοικοκυριό δεν ήταν πλήρες χωρίς το γουρούνι του. αν προσθέσετε μάλιστα, το σύμβολο για τον «άντρα» το γράμμα σημαίνει «επίπλωση», γιατί στην Κίνα οι άντρες έπρεπε να απασχολούνται με την επίπλωση του σπιτιού και τις επισκευές. Όταν συνδυαστεί με το σύμβολο «κορίτσι», σημαίνει «γάμος», καθώς ένας άντρας δεν έπρεπε να βρίσκεται μόνος του κάτω από την ίδια στέγη με ένα κορίτσι αν δεν ήταν παντρεμένοι.

Το κινεζικο ζωδιο χοιρος, που είναι το τελευταίο από τα 12 ζώα του κινεζικου ζωδιακου κυκλου, ανήκει, μαζί με το σκυλο, στον Οίκο της Οικογένειας. Οι βουδιστές καλόγεροι τα παλιά χρόνια, είχαν διαλέξει το χοιρο σαν σύμβολο των τελευταίων δυο ωρών της ημέρας, από τις 9μμ μέχρι τις 11μμ. Και αυτό, γιατί ο νωχελικός χοιρος συμβολίζει την ώρα που η οικογένεια ξαπλώνει για ύπνο, μετά τη δουλειά της ημέρας. Στο κινέζικο ημερολόγιο, ο μήνας του χοιρου είναι ο πρώτος μήνας του χειμώνα, από το Νοέμβριο μέχρι το Δεκέμβριο.

Από όλα τα ζώδια του κινεζικου ζωδιακου κυκλου, ο χοιρος είναι το πιο αξιαγάπητο. Αυτή η ευγενική προσωπικότητα είναι ένας ιδιαίτερα ευχάριστος σύντροφος και, καθώς οι ανέσεις είναι σημαντικές για τα άτομα αυτού του ζωδιου, οι χοιροι γίνονται θαυμάσιοι οικογενειάρχες. Και πάντοτε αυτό που έχει προτεραιότητα στη ζωή τους είναι η οικογένειά τους.


Παρόλο που στους ανθρώπους αυτούς αρέσει η πολυτέλεια όταν μπορούν να την έχουν, βολεύονται και χωρίς αυτή ξέροντας να απολαμβάνουν οτιδήποτε έρχεται πιο φυσικά. Έτσι, το σπίτι τους είναι ένα ζεστό και φιλόξενο μέρος, όπου κυριαρχεί η ζεστασιά μάλλον παρά το στιλ.

Κατά περίεργο τρόπο, δυσκολεύονται να ξεχωρίσουν τους ανθρώπους που είναι ψεύτικοι και προσποιητοί, καθώς είναι μάλλον ευκολόπιστο. Σπάνια θα βρείτε χοιρο τσιγκούνη ή εγωκεντρικό. Αντίθετα μάλιστα, συνήθως ενδιαφέρονται για την άνεση των άλλων ανθρώπων όσο ενδιαφέρονται και για τη δική τους.

Πολλοί χοιροι στρέφονται σε επαγγέλματα που έχουν να κάνουν με τον άνθρωπο, όπως η ιατρική και οι κοινωνικές υπηρεσίες. Καθώς δεν είναι φιλόδοξοι, προτιμούν τις θέσεις που τους προσφέρουν ικανοποίηση και ασφάλεια. Ωστόσο, επειδή συνήθως καταφέρνουν να βρουν την ιδανική δουλειά, αποκτούν πάντα αναγνώριση και φτάνουν εύκολα στην κορυφή. Οι χοιροι που ασχολούνται με το εμπόριο, παρουσιάζουν μια ιδιαίτερη ικανότητα στην επίλυση προβλημάτων, για αυτό και συχνά χρησιμοποιούνται σε διευθυντικές θέσεις.

Δυστυχώς, οι χοιροι είναι συχνά κακοί ψυχολόγοι και μέσα στο μεγάλο κύκλο των φίλων και γνωστών τους, πάντα βρίσκονται εκείνοι που είναι έτοιμοι να εκμεταλλευθούν τον ευγενικό και εύπιστο χαρακτήρα των χοιρων. Αλλά και τότε ακόμα, ο χοιρος δε θα γίνει εκδικητικός και το όλο θέμα θα ξεχαστεί πολύ γρήγορα.

Καθώς είναι η τελευταία από τις 12 χρονιές του κύκλου, η χρονια του χοιρου είναι εποχή ολοκλήρωσης, όπου τα πάντα φτάνουν στο τέλος τους. Για αυτό, η χρονιά αυτή δεν είναι, συνήθως, η πλέον κατάλληλη στιγμή για να ξεκινήσει κανείς κάτι καινούριο, ειδικά αν αυτό θα έχει μακροπρόθεσμα αποτελέσματα.

Τα σχέδια που έπρεπε να πλησιάζουν στην ολοκλήρωσή τους πρέπει τώρα να αντιμετωπιστούν άμεσα. Αν τα αναβάλετε για την επόμενη χρονιά, που είναι η αρχή του καινούριου κύκλου, υπάρχει ο κίνδυνος να μην τα ολοκληρώσετε ποτέ.

Ο μοναδικός, ίσως, τομέας στο οποίο μπορείτε χωρίς φόβο να θέσετε τα θεμέλια για το μέλλον, είναι η οικογένεια. Μια που το κινεζικο ζωδιο χοιρος συνδέεται με μεγάλες και ευτυχισμένες οικογένειες, η οικογένεια που δημιουργείτε στη χρονιά του χοιρου θα είναι σίγουρα γόνιμη και ευτυχισμένη. Ωστόσο, όσοι έχουν κάποια σχέση αλλά δεν είναι έτοιμοι να παντρευτούν ακόμα, πρέπει να προσέξουν ιδιαίτερα αυτόν το χρόνο –υπάρχει ο κίνδυνος να εξελιχτούν τα πράγματα πολύ πιο γρήγορα από ότι υπολόγιζαν.

Στην παγκόσμια πολιτική σκηνή, είναι ιδανική στιγμή για τη σύναψη συνθηκών και συμφωνιών, καθώς και την απόσυρση κατακτητικών δυνάμεων. Στο χώρο των επιχειρήσεων, επιτυχία παρουσιάζουν οι τομείς που σχετίζονται με την ψυχαγωγία. Κατά τα άλλα, οι εμπορικές δραστηριότητες βρίσκονται σε ύφεση.

Καλή Χρονιά από τον Ιαπετό


Καλή Χρονιά
Αφιέρωσε χρόνο για να ακούσεις αυτό που λέγεται χωρίς λόγια, να υπακούσεις το νόμο που είναι πολύ αδιόρατος για να γραφεί, να λατρέψεις το ασήμαντο και να αγκαλιάσεις το άμορφο.