Σάββατο 2 Φεβρουαρίου 2019

Η «γυάλινη σφαίρα» του Αγρινιώτη Πνευματιστή Αλέξανδρου Μπέλου




Η «γυάλινη σφαίρα» που εφηύρε Αγρινιώτης Πνευματιστής


Η παραψυχολογία και ο πνευματισμός έχουν δεχτεί κριτική για αμφιλεγόμενη δράση. Στην Ελλάδα εμφανίστηκε ήδη από τον 19ο αιώνα . Από τους πρώτους που μυήθηκαν ήταν ο Ραγκαβής και ο Σουρής. Αργότερα το κίνημα των πνευματιστών ή μέντιουμ όπως μετεξελήχθηκε εκπροσωπήθηκε από πολλά σωματεία και οργανώσεις που έδρευαν στην Αθήνα, Πάτρα η αλλού.
Στο χώρο αυτό  ξεχωρίζει στην ελληνική ιστορία της παραψυχολογίας η «Μπέλλεια σφαίρα» δημιούργημα ενός Αγρινιώτη ονόματι Αλέξανδρου Μπέλλου (1912-1958).
Όπως αναφέρει το Ρωσικό neo-ezoterika.ru «Ο Μπέλλος ήταν λάτρης της ορειβασίας. . Κατά την ελληνοιταλική σύγκρουση του 1940-1941, ο Μπέλλος κατατάχθηκε στο στρατό. Εκείνοι που ήταν εξοικειωμένοι τουλάχιστον με τα βασικά της ορειβασίας, στάλθηκαν για να υπηρετήσουν στις μονάδες βουνών. Εκεί περιγράφηκε μία μαζική ψευδαίσθηση σε υψόμετρο 2800,  , σύμφωνα με την οποία μάταια οι στρατιώτες σκόπευαν μαύρες σκιές υποτίθεται επιτιθέμενων, οι οποίες την επόμενη μέρα δεν άφησαν κανένα ίχνος τραυματισμού.
Έχει περάσει ο καιρός. Μετά την απελευθέρωση της Ελλάδας, ο Μπέλλος διάβασε ένα άρθρο σχετικά με τους «αόρατους δορυφόρους» στο Έβερεστ., το οποίο υποστήριζε  ότι ΄»πολλοί ορειβάτες αισθάνθηκαν την παρουσία κάποιου στην υψηλότερη κορυφή του κόσμου και συχνά έλαβαν πραγματική βοήθεια αν χρειαζόταν. Οι  αναζητήσεις του στην ψυχολογία έκτοτε συνδέθηκαν με μεγάλες υψομετρικά τοποθεσίες».
Πρώτα πειράματα
Ορμώμενος από τις αναζητήσεις το 1953 ο Μπέλλος παρουσίασε στους παραψυχολόγους του Επιστημονικού Ινστιτούτου Μεταπτυχιακών Ερευνών στην Αθήνα  την εφεύρεσή του – μια μπάλα κενού, στην οποία επισυνάφθηκε κάτι σαν μια οδηγία. η οποία μεταξύ άλλων μιλούσε για την πειραματική της χρήση ως μέσο ύπνωσης.»
Στις 24 Φεβρουαρίου 1954 πραγματοποιήθηκε το πρώτο δημόσιο πείραμα. Παραψυχολόγοι, δημοσιογράφοι και επαγγελματίας φωτογράφος ήταν παρόντες στην αίθουσα.»
Ο Μπέλλος θεωρούσε ότι μέσα από μια γυάλινη σφαίρα από την οποία είχε αφαιρεθεί ο αέρας, συν η παρουσία ενός ατόμου με ισχυρές παραψυχικές δυνάμεις, θα μπορούσε να μετατρέψει την σφαίρα σε «τηλεόραση» μέσα στην οποία θα μπορούσαν να γίνουν ορατές «αιθερικές μορφές» (δηλαδή πνεύματα νεκρών). Ο Μπέλλος και η ομάδα του έκαναν πολλά πειράματα και διατείνονταν ότι ορισμένα από αυτά είχαν στεφθεί από εντυπωσιακή επιτυχία.
Oι συμμετέχοντες ισχυρίζονταν μεταξύ άλλων ότι έβλεπαν και  εξωγήινους από την Μπέλλεια σφαίρα, όπως ονομάστηκε από τον τύπο της εποχής. Η γυάλινη σφαίρα κίνησε το ενδιαφέρον πολλών έλλήνων παραψυχολόγων που  προσπάθησαν να αναπαραγάγουν τα πειράματα, αλλά απέτυχαν. Η συσκευή του ονομάστηκε «πνευμοσκόπιο».
Αργότερα, Το 1956, ο Μπέλλος και οι συνεργάτες του αποσύρθηκαν και δημιούργησαν τη δική τους οργάνωση, η οποία ονομάστηκε Επιστημονική Εταιρεία Μεταπτυχιακών Ερευνών συνεχίζοντας τα πειράματα με την μπάλα.
Ο Μπέλλος πέθανε  πρόωρα το 1959.Τη σκυτάλη των ερευνών με την σφαίρα κενού παρέλαβε ο δικηγόρος Δημήτριος Αμπελάς, ο οποίος είχε ιδρύσει την Επιστημονική Εταιρεία Μεταψυχικών Ερευνών (ΕΕΜΕ)
Πηγές:



Έλληνες πνευματιστές σε φωτογραφία της δεκαετίας του 1950 μαζί με δύο γυάλινες σφαίρες κενού.

Παρασκευή 1 Φεβρουαρίου 2019

Κωνσταντίνος Καραθεοδωρή, ο Έλληνας μαθηματικός. 2/2/1950


Κωνσταντίνος Καραθεοδωρή, ο Έλληνας μαθηματικός πίσω από τον Αϊνστάιν

Ήταν απόγονος του ιδρυτή της ιατρικής σχολής της Κωνσταντινούπολης και προσωπικού γιατρού του Σουλτάνου, Στέφανου Καραθεοδωρή.
Στις 2 Φεβρουαρίου 1950 άφησε την τελευταία του πνοή ο μεγάλος Έλληνας μαθηματικός, Κωνσταντίνος Καραθεοδωρή.
Ήταν απόγονος του ιδρυτή της ιατρικής σχολής της Κωνσταντινούπολης και προσωπικού γιατρού του Σουλτάνου, Στέφανου Καραθεοδωρή. Ο πατέρας του γεννήθηκε στην Κωνσταντινούπολη το 1834 και ήταν διπλωμάτης στο Βέλγιο. Ο Κωνσταντίνος γεννήθηκε στο Βερολίνο στις 13 Σεπτεμβρίου 1873.
Στα έξι του χρόνια έχασε τη μητέρα του και τον μεγάλωσε η Ευθαλία Πετροκόκκινου, γνωστή αρχόντισσα του Αιγαίου. Στα 14 του χρόνια ο καθηγητής του Bourgaults του είχε γράψει στο τετράδιό του: "Στον νεαρό μου φίλο Kostia, ο οποίος θα γίνει, αν συνεχίσει έτσι, ένας μοντέρνος Ευκλείδης".
Στα 16 του χρόνια κέρδισε το πρώτο του βραβείο στον εθνικό διαγωνισμό Μαθηματικών του Βελγίου. Παρόλο που είχε έφεση στα μαθηματικά, αρχικά σπούδασε μηχανικός στο Βέλγιο. Ξεκίνησε να εργάζεται ως μηχανικός στις πυραμίδες του Χέοπα, και να κάνει μετρήσεις. Ώστόσο, τότε κατάλαβε ότι η πραγματική του αγάπη ήταν τα μαθηματικά και αποφάσισε να εγκαταλείψει το επάγγελμα του, μια απόφαση που τη χαρακτήρισε ως τη σηματικότερη της ζωής του.
«Η οικογένεια μου, οι παλιοί μου φίλοι, Δημήτριος Βικέλας και Μάρκος Δραγούμης, έβρισκαν το σχέδιό μου, να εγκαταλείψω μια εξασφαλισμένη θέση με πολλές δυνατότητες για το μέλλον, περισσότερο από κωμικό. Εγώ ο ίδιος δεν ήμουν ουδόλως πεπεισμένος, ότι αυτό το σχέδιο θα πετύχει και θα αποφέρει καρπούς. Δεν μπορούσα όμως να αντισταθώ στην καταναγκαστική ιδέα, ότι μόνον η ανεμπόδιστη ενασχόληση με τα Μαθηματικά έδινε στη ζωή μου το περιεχόμενό της», έγραφε σε ιδιόχειρα σημειώματα.
Σπούδασε Μαθηματικά στο Βερολίνο και στο πανεπιστήμιο της Γοττίγγης, το οποίο τον 19ο αιώνα φημιζόταν για την έρευνα του στη μαθηματική εκπαίδευση.
Η εργασία του στη σχολή χαρακτηρίστηκε ως μια από καλύτερες μαθηματικές διατριβές που έχουν υποβληθεί ποτέ και σε σύντομο χρονικό διάστημα απέκτησε δική του θέση στο πανεπιστήμιο της Γοττίγγης.
Έκανε σπουδαία έρευνα στα Μαθηματικά και ήταν αγαπητός στους φοιτητές του. Σπουδαίοι μαθηματικοί μίλαγαν με τα καλύτερα λόγια για εκείνον και ζητούσαν τη βοήθειά του. Ανάμεσα τους και ο Αϊνστάιν, με τον οποίο ξεκίνησε να αλληλογραφεί τον Σεπτέμβρη του 1916 και τον βοήθησε να ξεπεράσει βασικές δυσκολίες που αντιμετώπισε στη διατύπωση της θεωρίας της σχετικότητας.
Διαβάστε μια από τις επιστολές που του έστειλε ο Αϊνστάιν:
«Αξιότιμε κύριε συνάδελφε!
Θεωρώ την παράγωγό σας υπέροχη.
Αρχικά με δυσκόλεψε ένα μικρό γραφικό λάθος που βρισκόταν στην δεύτερη σελίδα. Τώρα όμως κατανοώ τα πάντα. Θα έπρεπε να δημοσιεύσετε την θεωρία μ’ αυτήν την μορφή στo Αnnalen der Physik, γιατί οι Φυσικοί συνήθως δεν γνωρίζουν τίποτε για το αντικείμενο αυτό, όπως και εγώ άλλωστε. Θα πρέπει να σας φάνηκα με την επιστολή μου σαν τον Βερολινέζο εκείνο, ο οποίος μόλις τώρα ανακάλυψε το Γκρούνεβαλντ και ρωτάει αν υπήρξαν ποτέ άνθρωποι εκεί μέσα.
Αν θέλετε δε να κάνετε τον κόπο να μου αναπτύξετε και τους κανονικούς μετασχηματισμούς θα βρείτε στο πρόσωπό μου έναν ευγνώμονα και συνειδητό ακροατή. Κι αν επιπλέον λύσετε το πρόβλημα των κλειστών χρονικών γραμμών, τότε προσκυνώ σας. Εδώ κρύβεται κάτι, με το οποίο αξίζει να ασχοληθούν οι κορυφαίοι.
Τους εξαιρετικούς μου χαιρετισμούς
Δικός σας Α. Αϊνστάιν».
Ο Αινστάιν ήταν θαυμαστής του έργου του Καραθεοδωρή, στον οποίο έστειλε συγχαρητήριο μήνυμα μόλις δημοσίευσε την εργασία του επί των Αξιωμάτων της Ειδικής θεωρίας της σχετικότητας.  Οι σπουδαιότεροι επιστήμονες του 20ου αιώνα μίλησαν με διθυραμβικά λόγια για εκείνον. Δίδαξε στο Πανεπιστήμιο Αθηνών, στο Μόναχο και στο Χάρβαρντ.
Το 1929 ο Βενιζέλος τον κάλεσε να αναλάβει τη διοργάνωση των πανεπιστημίων Αιγαίου, Αθηνών – Θεσσαλονίκης με τον τότε υπουργό παιδείας Γεώργιο Παπανδρέου αν δηλώνει στη Βουλή: «θεωρούμε ευτυχές το γεγονός για τα πανεπιστήμια Αθηνών και της Θεσσαλονίκης, και ενός τρίτου που ενδεχομένως είναι το πανεπιστήμιο Αιγαίου με έδρα Μυτιλήνη ή Χίο, διότι ο Έλλην Επιστήμων, ο οποίος τιμά το Ελληνικόν όνομα εις την ξένη έστρεξε να προσφέρει τα φώτα του προς την πατρίδα του».
Εργάστηκε σκληρά και πρόσφερε σπουδαίο έργο στην εκπαίδευση. Μέχρι το τέλος της ζωής του παρέμεινε ταπεινός και αφοσιωμένος στην επιστήμη των μαθηματικών.
Πέθανε στις 2 Φεβρουαρίου το 1950 με τον ακαδημαϊκό Ιωάννη Καλιτσουνάκη να λέει: «…Η απώλεια του Κ. Καραθεοδωρή είναι απώλεια για την Ελλάδα και για τη διεθνή επιστήμη".
Πληροφορίες από: karatheodori



Έρως και Ψυχή

 Σύμφωνα με έναν από τους πολλούς μύθους που έχουν διατυπωθεί για τη γέννηση των θεών, η Αφροδίτη γεννήθηκε στα παράλια της Κύπρου στους αφρούς της θάλασσας. Ο Ζέφυρος, ο δυτικός άνεμος, την μετέφερε, αφού την περιποιήθηκαν οι Ώρες, στον Όλυμπο. Όταν παρουσιάστηκε στους θεούς, όλοι έμειναν έκπληκτοι από την εκθαμβωτική ομορφιά της. Η Αφροδίτη ήταν όμορφη, είχε λευκό δέρμα και μακριά πλούσια μαλλιά. Η φιγούρα της προκάλεσε το ενδιαφέρον και τον πόθο των αντρών.
 Όμορφη και άπιστη.
 Στο πέρασμά της τα λουλούδια άνθιζαν και η φύση ζωντάνευε. Θεοί και θνητοί την επιθυμούσαν και θέλησαν να την κάνουν γυναίκα τους. Λέγεται ότι τελικά ο Ήφαιστος κατάφερε να την παντρευτεί αλλά δεν κατάφερε να την κρατήσει μακριά από τους πειρασμούς. Οι απιστίες της Αφροδίτης με άλλους θεούς όπως ο Διόνυσος, ο Ποσειδώνας και ο Ερμής γέννησαν πολλά παιδιά. » Ο μύθος αναφέρει ότι η σημαντικότερη «εξωσυζυγική» της σχέση ήταν αυτή με τον θεό του πολέμου, Άρη. Καρπός του έρωτά τους, ήταν ο Έρωτας » Το φτερωτό παιδί με τα βέλη γεννήθηκε ένα καλοκαίρι από τη συνεύρεση των δύο θεών. Ο Έρωτας εκπροσωπούσε το πάθος και τον έρωτα, συναισθήματα που δημιουργούσαν ζωή. Εμφανιζόταν και έριχνε τα βέλη του, προκαλώντας παράφορο έρωτα και παράλληλα, βάσανα στους ανθρώπους.
 Ο Έρωτας και η Αφροδίτη είχαν περίοπτη θέση ανάμεσα στους αρχαίους Θεούς. Εκπροσωπούσαν το κάλλος και την ερωτική διάθεση και προκαλούσαν θετικά συναισθήματα τους θνητούς. Λατρεύτηκαν όσο λίγοι και ήταν πηγή έμπνευσης για πολλούς καλλιτέχνες. Πίνακες σημαντικών καλλιτεχνών έχουν απεικονίσει την ομορφιά και τον ερωτισμό τους. Ο Έρωτας «πληγώθηκε» από τα βέλη του και ερωτεύτηκε την Ψυχή που ζήλεψε η Αφροδίτη Στο γνωστό μύθο του Έρωτα και της Ψυχής του Ρωμαίου συγγραφέα, Απουλήιου, ο Έρωτας πέφτει και ο ίδιος θύμα του έρωτα. Η Ψυχή, μία θνητή είναι το αντικείμενο του πόθου του.
 Η Ψυχή ήταν ένα εντυπωσιακό κορίτσι, που ξεπερνούσε σε ομορφιά ακόμα και τη θεά του έρωτα και του κάλλους, την Αφροδίτη. Η ομορφιά της ήταν τόσο ξακουστή που πλήθος αντρών συνέρρεαν στο σπίτι της για να τη θαυμάσουν. Η Αφροδίτη παρατήρησε ότι το ενδιαφέρον των αντρών προς το πρόσωπό της μειώθηκε, γι’αυτό ζήλεψε τη νεαρή κοπέλα και θέλησε να την εκδικηθεί. Για να το καταφέρει διέταξε τον γιο της, που σύμφωνα με πολλούς μύθους ήταν πιστός υπηρέτης της, να δηλητηριάσει όλους τους άντρες και να μην την ποθεί κανένας.
 Τότε κατά λάθος πληγώθηκε και ο ίδιος από τα βέλη του και ερωτεύτηκε την όμορφη κοπέλα. Ο χρησμός του μαντείου των Δελφών Τα χρόνια περνούσαν και παρά την ομορφιά της, η Ψυχή δεν μπορούσε να παντρευτεί, ενώ οι αδερφές της είχαν δημιουργήσει οικογένεια και παιδιά. Τότε οι γονείς της απελπισμένοι για τη μοίρα της άτυχης κοπέλας, απευθύνθηκαν στο μαντείο των Δελφών. Ο χρησμός τους είπε, ότι η Ψυχή θα παντρευόταν έναν αθάνατο και ότι έπρεπε να πάει ντυμένη νύφη στη κορυφή ενός βουνού και να περιμένει έναν δράκο. Πράγματι, αν και οι γονείς στενοχωρήθηκαν από τον χρησμό αποφάσισαν να τον εκπληρώσουν. 
Η Ψυχή ανέβηκε θλιμμένη στο βουνό και τότε ο Ζέφυρος, επειδή τη λυπήθηκε φύσηξε δυνατά και την προσγείωσε σε μία καταπράσινη κοιλάδα. Τότε αντίκρισε μπροστά της ένα εντυπωσιακό παλάτι που μόνο δημιούργημα ενός θεού μπορούσε να ήταν. Το παλάτι είχε δημιουργήσει ο Έρωτας και κάθε βράδυ επισκεπτόταν την κοπέλα, χωρίς να της αποκαλύπτει το πρόσωπό του. Οι αδερφές της Ψυχής όταν έμαθαν ότι ζούσε πλουσιοπάροχα ζήλεψαν την τύχη της. Η Ψυχή τους εκμυστηρεύτηκε ότι δεν είχε δει το πρόσωπο του συζύγου της και τότε την ξεγέλασαν, λέγοντας της, ότι ο μυστηριώδης άντρας που πλάγιαζε κάθε βράδυ μαζί του, ήταν ο δράκος του χρησμού. Τα λόγια των αδερφών επηρέασαν την κοπέλα και τελικά πείστηκε να τον σκοτώσει στον ύπνο του με μαχαίρι. Όταν αποκοιμήθηκε ο «αόρατος» σύζυγός, η Ψυχή πήρε ένα κερί και ετοιμάστηκε να τον σκοτώσει. » Το φως του κεριού αποκάλυψε το πρόσωπό του εραστή. Δίπλα της βρισκόταν η αρρενωπή μορφή του θεού Έρωτα. Το κερί έσταξε πάνω στον Έρωτα και τον ξύπνησε. Τρόμαξε και πέταξε μακριά της « Η Ψυχή κατάλαβε την παραπλάνηση των αδερφών της και μετάνιωσε για το κακό που παραλίγο να κάνει. Άρχισε να ψάχνει παντού τον Έρωτα, αλλά μάταια αφού η Αφροδίτη τον είχε φυλακίσει. Απελπισμένη εμφανίστηκε στη μητέρα του, τη θεά Αφροδίτη και της ζήτησε τη βοήθεια της.
 Η Αφροδίτη της είπε ότι για να ξαναβρεθεί με τον αγαπημένο της θα έπρεπε να αποδείξει την αγάπη της με τρεις δοκιμασίες. Η πρώτη ήταν να ταξινομήσει μια τεράστια ποσότητα οσπρίων, η δεύτερη να της φέρει χρυσό μαλλί από άγρια πρόβατα και η τρίτη και πιο δύσκολη να της φέρει από τον κάτω κόσμο το κουτί με την κρέμα ομορφιάς που χρησιμοποιούσε η Περσεφόνη.
 Τα στοιχεία της φύσης λυπήθηκαν την άμοιρη κοπέλα και τη βοήθησαν να φέρει εις πέρας όλες τις δοκιμασίες. Όταν όμως η Ψυχή άνοιξε το κουτί της Περσεφόνης έπεσε σε βαθύ ύπνο. 
Ο Έρωτας απεγνωσμένος από τις δοκιμασίες της αγαπημένης του, δραπέτευσε από τη φυλακή του και πήγε στον Όλυμπο για να ζητήσει την βοήθεια του Δία. Ο Δίας άκουσε τα παρακάλια του ερωτευμένου νέου και τους επέτρεψε να παντρευτούν, αφού πρώτα έκανε τη Ψυχή αθάνατη.

ΖΑΧΑΡΙΑΣ ΠΑΠΑΝΤΩΝΙΟΥ (1877-1/2/1940)




ΔΙΗΓΗΜΑΤΑ 

1- ΟΙ ΤΡΕΙΣ ΦΩΤΙΕΣ

 Βραδιάζει. Τι λαμπρή φωτιά είναι αυτή που φά- νηκε στο βουνό! Πρώτος ο Φάνης την είδε. Πρώτος αυτός βλέπει τις ομορφιές της γης και τ’ ουρανού και τις δείχνει στ’ άλλα παιδιά: τον ήλιο που βασιλεύει, τα σύννεφα που τρέχουν στον ουρανό, το άστρο που καθρεφτίζεται στο ρυάκι. «Κοιτάτε», είπε, «μια φωτιά εκεί απάνω!» κι έδειξε τη φωτιά στα δυο παιδιά που ήταν μαζί του, στο Μα- θιό και στον Κωστάκη. Κάθονταν κι οι τρεις αυτή την ώρα στο πεζούλι της εκκλησίας. Ήταν κουρασμένοι από το πολύ παι- χνίδι. Είχαν διακοπές. «Ναι, αλήθεια, μια φωτιά!» είπαν οι άλλοι δυο. «Πώς λάμπει!» είπε ο Φάνης. «Σαν το χρυσάφι». Τα παιδιά την κοίταζαν και ρωτούσαν το ένα το άλλο: ποιος τάχα την άναψε; Μήπως οι τσοπάνηδες που βόσκουν τα κοπάδια; Μήπως οι λοτόμοι που κό- βουν τα δέντρα με τα τσεκούρια; Ή μήπως κανένας που πήγε να προσκυνήσει στον Αϊ-Λια; Κάπου εκεί κοντά είναι αυτό το μοναστήρι. «Μπορεί να μην την άναψαν άνθρωποι», είπε ο Κωστάκης. «Τότε ποιος;» «Μπορεί να την άναψε ο Αράπης». «Και τι είναι αυτός ο Αράπης;» ρώτησαν οι άλλοι δυο. «Είναι ένας μεγάλος αράπης που έχει τη σπηλιά του εκεί απάνω σ’ ένα βράχο. Στη μέση στο βουνό λένε πως είναι αυτός ο βράχος». «Σώπα, καημένε Κωστάκη», λέει ο Μαθιός. «Το πιστεύεις εσύ; Εγώ δεν το πιστεύω. Ποιος το είδε;» «Το έλεγε η γιαγιά μου». «Και πού τον ξέρει αυτή;» «Είναι πολύ γριά η γιαγιά μου». Όσο νύχτωνε, τόσο έλαμπε αυτή η φωτιά· κι όσο έλαμπε, τόσο ο Κωστάκης πίστευε τη γιαγιά του. Ο Μαθιός δεν πίστευε τίποτα. Ήταν βέβαιος πως τη φωτιά την είχε ανάψει ο τσοπάνης. Ο Φάνης δε μιλούσε.  «Φάνη! Φάνη! Τρεις φωτιές, τρεις φωτιές!» Έτσι ακούστηκαν να φωνάζουν δυο παιδιά που έτρε- χαν κατά το μέρος εκείνο για να βρούνε το Φάνη. Ο Φάνης τις είχε ιδεί εκείνη τη στιγμή. Στη μια φωτιά κοντά είχαν ανάψει κι άλλες δυο. Τρεις χρυσές φωτιές έλαμπαν αραδιασμένες στο βουνό, που δε φαί- νεται πια παρά σα θεόρατος γαλανός ίσκιος απάνω στον ουρανό. Ο Φάνης τις κοίταζε με θαυμασμό. «Ποιος τις άναψε;» ρωτά και πάλι ο Μαθιός. «Τι λες εσύ, Φάνη;» Ο Φάνης απάντησε: «Να ήμαστε εκεί απάνω!»
2- ΤΟ ΞΕΚΙΝΗΜΑ 

Στον κυρ στέφανο το χρωστούν πως ξεκίνησαν. Αυτός ο καλός άνθρωπος, όταν γύρισε από το δά- σος, έδωσε το λόγο του στους γονείς τους πως θα πάει μαζί με τα παιδιά. Είπε πως θα τα προσέχει εκεί που βρίσκονται, πως θα τους κάνει όσες ευκολίες μπορεί, και θα τους φέρνει νέα τους συχνά που θα κατεβαίνει στην πόλη. Μόνο έτσι κατόρθωσαν να πάρουν την άδεια. Πέ- ρασαν δυο-τρεις μέρες ώσπου να ετοιμαστούν, και τέλος ένα πρωί το μεγάλο και ζωηρό καραβάνι ξεκί- νησε. Πάνε στα ψηλά βουνά. Είναι είκοσι πέντε παιδιά. Τα δεκαπέντε πήγαιναν πεζή. Τα δέκα καβάλα στα φορτωμένα μουλάρια που τα οδηγούν τρεις αγωγιά- τες. Ακολουθούσε ο κυρ Στέφανος, καβάλα στην κόκ- κινη φοράδα του. Και τα είκοσι πέντε παιδιά έγιναν αγνώριστα. Κρατούν από ένα ραβδί. Σακούλια και παγούρια τούς κρέμονται στην πλάτη. Φορούν μεγάλες ψάθες και χοντρά παπούτσια. Είναι ντυμένα για να ζήσουν σε βουνό. Το ίδιο ρούχο θα φορεθεί βράδυ και πρωί, θα παλέψει με αγκάθια και με πέτρες, θα σκίζεται και θα μπαλώνεται. Τί- ποτα καινούργιο δε φορούν. Τι απλά παιδιά που έγιναν! Με τα βαριά σακούλια τους μοιάζουν τους μαστό- ρους και τους πραματευτάδες που έρχονται κάτω στην πόλη. Όλους τους θυμούνται αυτή τη στιγμή, όλους τους παρασταίνουν έναν-ένα όπως είναι, όπως περπατούν, όπως φωνάζουν. Ο Δημητράκης κάνει το γανωματή και φωνάζει: «Χαλκώματα να γανώωω...» Ο Κωστάκης τον μπαλωματή: «Παπούτσια να μπαλώωω...» ΟΓιώργος πάλι παρασταίνει τον τροχιστή: «Μα- χαίρια, ψαλίδια, σουγιάδες, γι’ ακόοο... νισμα». Ο Φάνης θυμήθηκε έναν πραματευτή που τον εί- χαν ξεχάσει. Πουλεί τα βοτάνια, τη ρίγανη και τα χορταρικά· τον λένε Κορφολόγο και φωνάζει: «Κάπ- παρη, καλή κάπ...!» Μέσα σ’ αυτά τα γέλια ο Καλογιάννης θυμήθηκε το «Τσιριτρό» κι άρχισε να το τραγουδεί. Όλη η συ- νοδεία πήρε το γελαστό τραγούδι και το έλεγε χτυ- πώντας τα ραβδιά στη γη: Σε μια ρόγα από σταφύλι έπεσαν οχτώ σπουργίτες και τρωγόπιναν οι φίλοι... τσίρι-τίρι, τσιριτρό, τσιριτρί, τσιριτρό. Εχτυπούσανε τις μύτες και κουνούσαν τις ουρές, κι είχαν γέλια και χαρές, τσίρι-τίρι, τσιριτρό, τσιριτρί, τσιριτρό. Πώπω πώπω σε μια ρόγα φαγοπότι και φωνή! την αφήκαν αδειανή... τσίρι-τίρι, τσιριτρό, τσιριτρί, τσιριτρό. Και μεθύσαν κι όλη μέρα πάνε δώθε, πάνε πέρα τραγουδώντας στον αέρα τσίρι-τίρι, τσιριτρό, τσιριτρί, τσιριτρό. Μονάχα ο Φουντούλης δε μιλεί· έμεινε τελευταίος. Είναι παχύς και στρογγυλός ο καημένος ο μικρός Φου- ντούλης! Το μουλάρι του είναι πολύ οκνό· δεν ακούει από φωνή κι από χτύπημα. Γιατί τον εφόρτωσαν σ’ αυτό το ζώο; Για να μην κυλήσει; Ο Φουντούλης αγωνίζεται να το φέρει μπροστά, μα κείνο μένει τελευταίο. Στο τέλος ο Φουντούλης αρχίζει να φοβάται πως το ζώο του δεν είναι μουλάρι. Το κοιτάζει καλά στ’ αυτιά. «Μήπως κατά λάθος», συλλογίζεται, «μου έδωσαν κανένα γάιδαρο;» Μα κι οι άλλοι δεν τον αφήνουν ήσυχο και στο τέ- λος θα τον κάμουν να το πιστέψει. «Το άτι σου, Φουντούλη, έχει μεγάλα αυτιά!» «Περίμενε, Φουντούλη, και θ’ ακούσεις και τη φωνή του!» Μα ο Φουντούλης, που δε θυμώνει ποτέ, βάζει τα γέλια μαζί με τους άλλους. Το καραβάνι ανέβαινε τα Τρίκορφα, ξυπνώντας τις λαγκαδιές με τα γέλια του, τις φωνές του και με την περπατησιά του στους πετρωτούς δρόμους.

3- ΟΙ ΜΙΚΡΟΙ ΤΑΞΙΔΙΩΤΕΣ ΑΝΕΒΑΙΝΟΥΝ ΤΟ ΒΟΥΝΟ 

Σανέφτασανσε μια ράχη, τους καλωσόρισε ο κρύος αέρας. Αυτός ο αέρας είχε περάσει από κάθε κορφή και κάθε λαγκαδιά. Τον πήραν με βαθιά αναπνοή. Πουλάκια με άσπρη τραχηλιά κουνούσαν την ουρά τους στους θάμνους κι ύστερα έφευγαν με γοργό λα- ρυγγισμό. Ένα κατσίκι κατάμαυρο έστεκε στην κόψη του βράχου. Οι βράχοι σχημάτιζαν σα θεόρατα σπίτια, που δεν ξέρεις ποιος τα κατοικεί. Οι γκρεμοί ήταν φυ- τεμένοι με πουρνάρια και κουμαριές. Αλλού κατέ- βαιναν γυμνοί και απότομοι, σα να τους είχες κόψει με σπαθί. Ο βράχος απάνω στο βράχο, ο λόφος απάνω στο λόφο σχημάτιζαν το βουνό. Πελώρια ήταν όλα. 
 Και σ’ αυτό το ύψος ανέβαινε με στροφές, όλο ανέ- βαινε ο δρόμος. Ευτυχισμένοι σε τούτο το θέαμα οι μικροί ταξι- διώτες, κοίταξαν προς τις κορφές. Ένας τους φώναξε: «Γεια σας, ψηλά βουνά!»

4-ΤΟ ΤΡΑΓΟΥΔΙ ΤΟΥ ΜΠΑΡΜΠΑ-ΦΩΤΗ

«Ε μπαρμπα-φώτη!» ρώτησε ο κυρ Στέφανος, «δε θα μας πεις κανένα τραγούδι;» Ο μπαρμπα-Φώτης χαμογέλασε. «Κανένα που να λέει έτσι για ψηλά βουνά», ξανα- είπε ο κυρ Στέφανος. «Σαν ποιο να πω;» ρώτησε ο αγωγιάτης. Πέρασε λίγη ώρα και δεν άρχιζε το τραγούδι ακόμη. Συλλογιζόταν: «Να πω την αλαφίνα, να πω τον Κατσαντώνη, να πω τη βλαχοπούλα, τι να πω;» Τέλος αποφάσισε. «Εγώ γέρασα τώρα», λέει, «μα για το χατίρι του κυρ Στέφανου θα το πω». Κι αφού σήκωσε την τσίτσα και τράβηξε δυο ρου- φηξιές, άρχισε: Καλότυχα είναι τα βουνά, ποτέ τους δε γερνάνε! το καλοκαίρι πράσινα και το χειμώνα χιόνι... και καρτερούν την άνοιξη, τ’ όμορφο καλοκαίρι, να μπουμπουκιάσουν τα κλαριά, ν’ ανοίξουνε τα δέντρα, να βγουν οι στάνες στα βουνά, να βγουν οι βλαχο­ πούλες, να βγουν και τα βλαχόπουλα, λαλώντας τις φλο­ γέρες. Δε γερνά το τραγούδι! Ο μπαρμπα-Φώτης γέρασε, μα η φωνή του έμεινε λυγερή όπως στα νιάτα του. Πηγή 


ΖΑΧΑΡΙΑΣ ΠΑΠΑΝΤΩΝΙΟΥ (1877-1940)


Ο Ζαχαρίας Παπαντωνίου γεννήθηκε στο Καρπενήσι, γιος του δασκάλου Λάμπρου Παπαντωνίου και της Ελένης Ηλιόκαυτου από το Καρπενήσι. Είχε τρία αδέλφια, το Χαρίλαο, το Θανάση και τη Σοφία. Στο Καρπενήσι έμαθε τα πρώτα γράμματα και το 1890 εγκαταστάθηκε με την οικογένειά του στην Αθήνα, όπου τέλειωσε το Γυμνάσιο, πήρε μαθήματα ζωγραφικής και γράφτηκε στην Ιατρική σχολή του Πανεπιστημίου, χωρίς να αποφοιτήσει. Στράφηκε από τα φοιτητικά του χρόνια προς τη συγγραφή και τη δημοσιογραφία και σε ηλικία δεκαέξι μόλις ετών ξεκίνησε να αρθρογραφεί στην Ακρόπολη του Βλ. Γαβριηλίδη. Ως το 1898, οπότε κυκλοφόρησε η πρώτη ποιητική συλλογή του με τίτλο Πολεμικά τραγούδια, συνέχισε να συνεργάζεται με περιοδικά και εφημερίδες όπως η Εφημερίδα των συζητήσεων, ο Χρόνος και η Σκριπ, στην οποία υπήρξε αρχισυντάκτης από το 1900 ως το 1905. Το 1904 γίνεται ένα από τα πρώτα μέλη της εταιρίας Η Εθνική Γλώσσα, με στόχο την υπεράσπιση της δημοτικής γλώσσας (μαζί με τους Μιλτιάδη Μαλακάση, Λάμπρο Πορφύρα, Κωνσταντίνο Χατζόπουλο, Ανδρέα Καρκαβίτσα, Ιωάννη Κονδυλάκη και άλλους). Για την Εθνική γλώσσα συνέταξε τον επόμενο χρόνο τη διακήρυξη Προς το ελληνικό Έθνος, εκθέτοντας τους στόχους της. Από το 1908 και ως το 1911 βρέθηκε στο Παρίσι ως απεσταλμένος της εφημερίδας Εμπρός του Αριστείδη Κυριακού. Παράλληλα αρθρογραφούσε σε γαλλικές εφημερίδες και γνώρισε νέα καλλιτεχνικά ρεύματα. Μετά την επιστροφή του στην Αθήνα εγκατέλειψε τη δημοσιογραφία (με μοναδική εξαίρεση τη συγγραφή χρονογραφημάτων στην εφημερίδα Εμπρός ως το 1914) και διακρίθηκε σε μια έκθεση ζωγραφικής στο Ζάππειο για σχεδιάσματα και γελοιογραφίες που είχε δημοσιεύσει κατά καιρούς σε διάφορα περιοδικά. Από το 1912 και ως το 1916 διετέλεσε νομάρχης στη Ζάκυνθο, τις Κυκλάδες, την Καλαμάτα και τη Σπάρτη. Από τη θέση του Νομάρχη προώθησε την ιδέα οργάνωσης εργατικού σωματείου στη Σύρο καθώς επίσης τη διοργάνωση του πρώτου Πανιονίου Συνεδρίου για τα πενήντα χρόνια της Ένωσης της Επτανήσου και αντέδρασε μαζί με τον εισαγγελέα Α.Ρέγκο στον αφορισμό του 1916 κατά του Βενιζέλου. Η τελευταία πρωτοβουλία του του στοίχισε τη θέση του και τον οδήγησε σε δίκη, στην οποία όμως απαλλάχτηκε. Δεν έπαψε παράλληλα να ασχολείται με την τέχνη και την κριτική, ενώ βραβεύτηκε μαζί με τον Στέλιο Σπεράντζα και την Ελένη Μ. Νεγρεπόντη (κατόπιν Ελένη Ουράνη) στον επίσημο διαγωνισμό Στρατιωτικών Ποιημάτων που προκήρυξε ο Ελευθέριος Βενιζέλος. Το 1917 πέθανε ο πατέρας του και τον επόμενο χρόνο έγραψε (σε συνεργασία με τους Δ.Ανδρεάδη, Αλ.Δελμούζο, Π.Νιρβάνα και Μ.Τριανταφυλλίδη και εικονογράφηση του Π. Ρούμπου) τα Ψηλά Βουνά, έργο που προορίστηκε για αναγνωστικό της τρίτης τάξης του δημοτικού σχολείου (είχε προηγηθεί ανάθεση του έργου στον Παπαντωνίου από το Υπουργείο Παιδείας της επαναστατικής κυβέρνησης Βενιζέλου). Την ίδια χρονιά ανέλαβε καθήκοντα προέδρου της Εθνικής Πινακοθήκης, φροντίζοντας για τον εμπλουτισμό της με έργα πολλών ελλήνων ζωγράφων και χαρακτών (Γύζης, Παρθένης, Μαλέας, Λύτρας, Θεοτοκόπουλος). Τον επόμενο χρόνο αυτοκτόνησε σε ηλικία τριάντα εννιά χρόνων ο αδελφός του Θανάσης, ο οποίος αντιμετώπιζε έντονες ψυχικές διαταραχές από τα εικοσιδύο του. Το 1920 τύπωσε την παιδική ποιητική συλλογή Τα χελιδόνια, αφιερωμένη στον αδελφό του, η οποία επανεκδόθηκε το 1931 με τίτλο Παιδικά τραγούδια. Μετά την ανατροπή της κυβέρνησης Βενιζέλου η νέα κυβέρνηση αποφάσισε να καούν δημοσίως τα αναγνωστικά της εκπαιδευτικής μεταρρύθμισης, ανάμεσα στα οποία και τα Ψηλά Βουνά. Το 1923 ο Παπαντωνίου εξέδωσε την ποιητική συλλογή του Πεζοί ρυθμοί και τους τρεις τόμους των Νεοελληνικών αναγνωσμάτων για τις πρώτες τάξεις του δημοτικού, τιμήθηκε με το εθνικό Αριστείο Γραμμάτων και Τεχνών και διορίστηκε καθηγητής στο Αμαλίειο ορφανοτροφείο και τη Σχολή Καλών Τεχνών. Την ίδια χρονιά ταξίδεψε στην Ευρώπη, την Κωνσταντινούπολη και το Άγιο Όρος στα πλαίσια των καθηκόντων του ως διευθυντή της Εθνικής Πινακοθήκης. Τέσσερα χρόνια αργότερα τυπώθηκε η συλλογή διηγημάτων του Διηγήματα, ενώ από το 1929 και ως το 1937 εκδόθηκαν το θεατρικό έργο Ο όρκος του πεθαμένου, διασκευή από το δημοτικό τραγούδι Του νεκρού αδελφού, η ποιητική συλλογή Τα Θεία Δώρα, το ιστορικό δοκίμιο Ο Όθων οι ταξιδιωτικές εντυπώσεις Άγιον Όρος και δυο συλλογές διηγημάτων με τίτλους Βυζαντινός όρθρος και Η θυσία. Το 1938 αναγορεύτηκε μέλος της Ακαδημίας Αθηνών στην έδρα της λογοτεχνίας, θέση από την οποία υπέβαλε την πρώτη του εισηγητική έκθεση στη δημοτική, γεγονός που προκάλεσε αντιδράσεις. Ο Ζαχαρίας Παπαντωνίου πέθανε την πρώτη μέρα του Φεβρουάρίου του 1940 από καρδιακή συγκοπή. Πολλά ανέκδοτα κείμενά του εκδόθηκαν μετά το θάνατό 

Παρασκευή 25 Ιανουαρίου 2019

Sun Tzu «Η Τέχνη του Πολέμου»


Δεν έχει φτάσει στις μέρες μας αρχαιότερη πραγματεία περί πολέμου, από το έργο του Κινέζου στρατηγού Sun Tzu «Η Τέχνη του Πολέμου».Γράφτηκε στην λεγόμενη «κλασική» Κινεζική περίοδο, μεταξύ του 400π.Χ. και του 320π.Χ.Ο Sun Tzu δεν είναι ένας ακόμα αιμοδιψής στρατηγός της Ιστορίας. Από την πρώτη σελίδα της πραγματείας του, άλλωστε ορίζει τον πόλεμο ως την έσχατη λύση. Και δηλώνει σαφώς ότι θα πρέπει να φροντίζουμε να είναι όσο γίνεται πιο σύντομος για να επιφέρει το ελάχιστο δυνατό κόστος σε ζωές και υλικά αγαθά στους δύο αντιπάλους.Πολλοί είναι εκείνοι που εφάρμοσαν τη θεωρία του Sun Tzu στα παιδία των μαχών της σύγχρονης Ιστορίας. Σήμερα όμως; Πού θα μπορούσε να εφαρμοστεί μια πολεμική θεωρία, που αναπτύχθηκε πριν 2.500 χρόνια;Μπορεί οι πόλεμοι να μειώθηκαν και τα όπλα να άλλαξαν, αλλά η πολεμική διάθεση της ανθρώπινης φύσης παρέμεινε αμετάβλητη στο πέρασμα των αιώνων. Απλώς μεταφέρθηκε από τα πεδία των μαχών στα πεδία των επιχειρήσεων.Για αυτό η Τέχνη του Πολέμου του Sun Tzu θα είναι επίκαιρη, όσο θα διεξάγονται «πόλεμοι», δηλαδή όσο θα υπάρχουν άνθρωποι.

ΑΠΟΣΠΑΣΜΑ ΑΠΟ ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ:

Η τέχνη του πολέμου είναι ζήτημα ζωής και θανάτου. Είναι δρόμος που οδηγεί στην επιτυχία ή στην ήττα. Συνεπώς, πρέπει να τον γνωρίζει ο μαχητής σε βάθος.2. Στον πόλεμο πρέπει να λαμβάνονται υπόψιν οι εξής πέντε παράγοντες:(1) Ψυχική επιρροή. Δηλ. ό,τι εμπνέει τους ανθρώπους να αγαπούν τους ηγέτες τους, τόσο, ώστε να τους ακολουθούν στη ζωή και το θάνατο, χωρίς να φοβούνται να ρισκάρουν.(2) Περιβάλλον. Δηλ. το κρύο και τη ζέστη, το χειμώνα και το καλοκαίρι, τη νύχτα και την ημέρα, στις πολεμικές επιχειρήσεις.(3) Προβλεψιμότητα. Δηλ. το τι θα συναντήσει κάποιος στην πορεία. Αν το έδαφος βαδίζεται εύκολα ή δύσκολα, αν είναι πεδινό ή ορεινό, αν έχει στενά περάσματα και που καιροφυλακτεί ο θάνατος.(4) Διοίκηση. Δηλ. σε τι βαθμό ο στρατηγός διαθέτει τις αρετές της σοφίας, της ειλικρίνειας, της ανθρωπιάς, του θάρρους και της αυστηρότητας.(5) Οργάνωση. Δηλ. τον έλεγχο, την σωστή ιεραρχία των στελεχών, τις προμήθειες του στρατού με τα απαραίτητα και την εξασφάλιση ανεφοδιασμού.3. Δεν υπάρχει στρατηγός που να μην έχει αντιμετωπίσει αυτούς τους πέντε παράγοντες. Όσοι τους σέβονται νικούν. Όσοι τους αγνοούν, ηττώνται.4. Θα μπορέσω να προβλέψω ποια πλευρά θα νικήσει και ποια θα ηττηθεί αν μου πείτε:· ποιος από τους ηγέτες διαθέτει την καλύτερη ψυχική επιρροή στο στρατό του· τίνος ο στρατός είναι πιο εξοικειωμένος με το περιβάλλον· τίνος στρατηγού οι εντολές και οι οδηγίες εκτελούνται αμεσότερα κι αποτελεσματικότερα· ποιος διαθέτει καλύτερα εκπαιδευμένους ηθικά και σωματικά αξιωματικούς κι άντρεςΚαι· ποιος χειρίζεται την επιβράβευση και την τιμωρία με τον πιο δημιουργικό και φωτισμένο τρόπο.5. Αν την ηγεσία αναλάβει στρατηγός που ασπάζεται τη στρατηγική μου, είναι βέβαιο ότι θα νικήσει. Κρατήστε τον! Αν την αναλάβει ένας που αρνείται να την ακολουθήσει, είναι βέβαιο ότι θα ηττηθεί. Αποπέμψτε τον!6. Αφού υιοθετήσει τη στρατηγική μου, ο στρατηγός οφείλει, επιπλέον, να δημιουργήσει τις προϋποθέσεις που θα συμβάλλουν στην αξιοποίηση των πλεονεκτημάτων που αυτή προσφέρει. Λέγοντας «προϋποθέσεις» εννοώ ότι θα πρέπει να ενεργήσει σύμφωνα με το τι είναι επωφελές κι έτσι να ελέγξει την ισορροπία της όλης επιχείρησης:· Κάθε πόλεμος βασίζεται στην παραπλάνηση.

..και μια ιστορία: 

Ο Χο Λου κάλεσε τον Σουν Τσου και του είπε: «Διάβασα πολύ προσεκτικά τα δεκατρία κεφάλαια του Βιβλίου σας. Μήπως θα μπορούσατε να μου κάνετε μια μικρή επίδειξη του πώς εφαρμόζεται πρακτικά η θεωρία σας - ιδιαίτερα σε ό,τι αφορά τον έλεγχο των στρατευμάτων;»

«Θα μπορούσα», απάντησε ο Σουν Τσου

.«Και μήπως θα μπορούσατε να χρησιμοποιήσετε στην επίδειξη γυναίκες;» συνέχισε ο Βασιλιάς.

«Βεβαίως», είπε χωρίς δισταγμό ο Σουν Τσου

.Έτσι, δόθηκε διαταγή να φέρουν από το παλάτι 180 όμορφες γυναίκες. Ο Σουν Τσου τις...χώρισε σε δυο λόχους και έθεσε επικεφαλής τις δυο πιο αγαπημένες παλλακίδες του Βασιλιά. Ύστερα έδειξε στα κορίτσια πώς να κρατούν το δόρυ και ρώτησε: «Ξέρετε τη διαφο¬ρά ανάμεσα στο «Μπροστά» και το «Πίσω», το «Αριστερά» και το «Δεξιά»;«Την ξέρουμε», απάντησαν εκείνα.«Ωραία», είπε ο Σουν Τσου. «Τώρα, όταν σας δώσω τη διαταγή «Μέτωπο εμπρός», θα κοιτάξετε κατευθείαν μπροστά. Όταν σας πω «Μεταβολή», θα κάνετε μισή στροφή, ώστε να κοιτάξετε όλες προς τα πίσω. Όταν σας πω «Επ' αριστερά», θα γυρίσετε προς τη μεριά του αριστερού σας χεριού. Κι όταν σας πω «Επί δεξιά», θα γυρίσετε προς τη μεριά του δεξιού σας χεριού».Οι γυναίκες είπαν «Καταλάβαμε» και τότε ο Σουν Τσου, αφού τους εξήγησε ποιο χτύπημα του τυμπάνου αντιστοιχούσε οε κάθε παράγγελμα, τους μοίρασε τα δόρατα και έδωσε το σύνθημα: «Επί δεξιά». Τα κορίτσια, όμως, αντί να υπακούσουν, ξέσπασαν σε γέλια.Τότε ο Σουν Τσου είπε ήρεμα: «Εάν τα παραγγέλματα δεν είναι σαφή και οι διαταγές δεν είναι απόλυτα κατανοητές, το λάθος είναι του στρατηγού». Ύστερα επανέ¬λαβε τρεις φορές τα παραγγέλματα, τα εξήγησε πέντε, και έδωσε το παράγγελμα: «Επ' αριστερά». Τα κορίτσια ξέσπασαν, γι' άλλη μια φορά, σε γέλια.Τότε ο Σουν Τσου, πάντα το ίδιο ήρεμος, είπε: «Όταν τα παραγγέλματα δεν είναι σαφή και οι διαταγές δεν είναι απόλυτα κατανοητές, το λάθος είναι του στρατηγού. Όταν, όμως, οι διαταγές είναι σαφείς και κατανοητές, αλλά οι στρατιώτες δεν υπακούουν, τότε το λάθος είναι των αξιωματικών τους». Και λέγοντας αυτά, διέταξε να αποκεφαλιστούν οι δυο επικεφαλής των λόχων!Ο βασιλιάς που παρακολουθούσε τη σκηνή από ψηλά, μόλις αντιλήφθηκε ότι οι δυο ευνοούμενές του θα έμεναν χωρίς κεφάλι, έσπευσε να μηνύσει στον Σουν Τσου: «Είμαι απόλυτα ικανοποιημένος από την επίδει- ξή σας. Αλλά εάν στερηθώ τις δυο αυτές παλλακίδες, το φαγητό και το ποτό μου θα χάσουν τη γεύση τους. Επιθυμία μου, λοιπόν, είναι να μην αποκεφαλιστούν».Οπότε, ο Σουν Τσου απάντησε: «Ο υπηρέτης σας έχει κάνει ήδη δεκτό το διορισμό του ως Λιοικητή και όταν ένας διοικητής ηγείται του στρατού, δεν υποχρεούται να υπακούει σε όλες τις διαταγές του ηγεμόνα του». Αμέσως μετά, έδωσε διαταγή να αποκεφαλιστούν οι δυο γυναίκες προς παραδειγματισμό και όρισε ως επικεφαλής δύο άλλες.Ύστερα, επανέλαβε τα παραγγέλματα με τη βοήθεια του τυμπάνου και οι γυναίκες ανταποκρίθηκαν, χωρίς να κάνουν το παραμικρό λάθος. Και, βέβαια, χωρίς να τολμήσει καμιά τους να γελάσει!Τότε ο Σουν Τσου διαμήνυσε με αγγελιοφόρο στον βασιλιά: «Ο στρατός σας, κύριε, είναι πανέτοιμος. Μπορείτε να κατέβετε και να τον επιθεωρήσετε. Είναι πρόθυμος να κάνει ό,τι του ζητήσετε - ακόμα και να πέσει στη φωτιά».Ωστόσο, η όρεξη του Βασιλιά για πειράματα είχε κοπεί. «Πες στο Στρατηγό», είπε στον αγγελιαφόρο, «ότι μπορεί να επιστρέφει στο στρατόπεδο του και να αναπαυθεί. Ο βασιλέας του Βου δεν έχει καμιά διάθεση για επιθεώρηση».Όταν ο Σουν Τσου έλαβε το μήνυμα, σχολίασε ατάραχα: «Ο βασιλιάς αγαπάει τα λόγια, όχι όμως και τα έργα...» "" Για τον Σουν Τσου, η πρώτη επίθεση που εξαπολύει ένας ιδιοφυής στρατηγός, είναι εναντίον του πνεύματος του εχθρού. Αυτό φροντίζει να χειραγωγήσει, πριν κάνει το επόμενο βήμα. Εξίσου σημαντικά για τον Κινέζο θεω¬ρητικό του πολέμου είναι η ταχύτητα, η ετοιμότητα, η προσαρμοστικότητα, η αξιοποίηση των πλεονεκτημάτων που προσφέρει ο καιρός και το έδαφος, και -φυσικά- οι μυστικές επιχειρήσεις. "
" «Εν καιρώ πολέμου, απαιτείται προσαρμοστικότητα και ευελιξία!» γράφει ο Σουν Τσου, το 500 π.Χ.«Σε περιόδους αναταραχής, το πρόβλημα δεν είναι η αναταραχή, αλλά η δική μας έλλειψη προσαρμοστικότητας και ευελιξίας», γράφει ο Πίτερ Ντράκερ, δυόμισι χιλιάδες χρόνια αργότερα...«Με την κατάλληλη διάταξη, όλες οι φάλαγγες μπο¬ρούν να αποδώσουν τα μέγιστα, ανεξάρτητα από τις όποιες εγγενείς αδυναμίες τους», ισχυρίζεται ο Κινέζος στρατηγός.«Επιτυχημένη επιχείρηση είναι αυτή που καταφέρνει να εξασφαλίσει σε κάθε εργαζόμενο τη θέση εκείνη που θα αναδείξει τα δυνατά του σημεία, καθιστώντας αδιά¬φορα τα αδύνατα», διαβεβαιώνει ο Αμερικανός γκουρού του σύγχρονου μάνατζμεντ. "


Πέμπτη 24 Ιανουαρίου 2019

Ο Ιάσωνας της Μακρυνείας


Αλήθεια πόσοι από εμάς θυμόμαστε μια θρυλική μορφή του Αγρινίου, τον Ιάσωνα; Έναν «τρελό» όπως θα έλεγαν οι πολλοί, αλλά στην πραγματικότητα έναν «λαϊκό ήρωα»Οι μεγαλύτεροι τον θυμούνται καλά, αλλά και εμείς οι κάπως μικρότεροι τον προλάβαμε στα πρώτα μαθητικά μας χρόνια. 
Μια μοναδική μορφή, που κυκλοφορούσε παντού με κρεμασμένα ρολόγια επάνω του,καλώντας τους πάντες στον γάμο του την Κυριακή με την Μαρία. Ένας γάμος που δεν ξέρουμε αν έγινε ποτέ στην πραγματικότητα, αλλά στην δική του συνείδηση γινόταν κάθε Κυριακή. Την χαρά του αυτή δεν το κράταγε όμως μόνο για τον εαυτό του, αλλά αντίθετα ήθελε να μοιραστεί με όλους όσους συναντούσε στο πέρασμά του.
Οι συμπολίτες μας τον αγαπούσαν και πολλοί τον κέρναγαν ή τον βοηθούσαν παίρνοντας σαν αντάλλαγμα την καταλυτική παρουσία του. Μια διαφορετική παρουσία από το συνηθισμένο, μια άλλη θεώρηση της ζωής μακριά από την καθημερινότητα.
Ας είναι καλά εκεί που βρίσκεται…

Σάββατο 19 Ιανουαρίου 2019

Τραγούδια το γάμου

Όταν ο λαός κάνει τη φτώχεια, την ανέχεια – καμιά φορά και τη θεϊκή οργή – πλούτο και τραγούδι  της χαράς του…

ΤΑ ΧΙΟΝΙΑ ΑΛΕΥΡΙΑ ΝΑ ΓΕΝΟΥΝ…
Ασήμω μου στο γάμο σου, στ΄  αρρεβωνιάσματά σου
τα χιόνια αλεύρια να γενούν και τα πουλιά  κριάρια.
Η θάλασσα γλυκό κρασί και τα καράβια κούπες,
τα κύματα  γριβα –άλογα  να μπουν οι συμπεθέροι…
{Αγραφιώτικο τραγούδι του γάμου}.

Αναπιάνοντας τα προζύμια
Ψιλά-λιχνά τ’ αλεύρια κι αφράτα τα προζύμια
κι ο γυιός που τα ξανάπιασε με μάνα και πατέρα.
Ανάχλια-ανάχλια τα νερά κι αφράτα τα προζύμια
κι η κόρη που τ’ ανάπιανε με μάνα με πατέρα.
– Ευχήσου με μανούλα μου στα πρώτα κοσκινίδια.
– Με την ευχή μ’ παιδάκι μου να ζήσεις, να προκόψεις.
Ξηρόμερο
Άχλι άχλι το νερό και αφράτο το προζύμι.
Φέρτε σίτες απ’ την Πόλη και σκαφίδα απ’ το Ζαγόρι.
Και μια κόρη απ’ την Άρτα νάχη μάννα και πατέρα.
Για να πιάση τα προζύμια να τα φτιάξουμε κουλούρια,
Να ευχηθούμε καλρρίζικα, να ευχηθούμε να μας ζήσουν.
Βάλτος



Παρασκευή 18 Ιανουαρίου 2019

Ο Δον Κιχώτης του Μιγκέλ ντε Θερβάντες

Σαν σήμερα το 1605 εκδίδεται στη Μαδρίτη η πρώτη έκδοση του Δον Κιχώτη του Μιγκέλ ντε Θερβάντες. Αυτό το βιβλίο εάν και σε πρώτο επίπεδο χαρακτηρίζεται σαν αφελές δίνει ένα βαθύτατο κοινωνικό μήνυμα που θα είναι διαχρονικό όσο υπάρχει εκμετάλλευση.Το μήνυμα είναι ότι για να αλλάξεις τον κόσμο δεν πρέπει ποτέ να σταματήσεις να ονειρεύεσαι το αδιανόητο και επίσης ότι όταν χάσουμε την παιδικότητα μας γινόμαστε ταυτοχρόνως και συντηρητικοί. Και να μαχόμαστε για ένα πιο δίκαιο κόσμοΥπόθεση:Ο Δον Κιχώτης ξεκινάει τα ταξίδια και τις περιπέτειες του φορώντας μια παλιά μεταλλική πολεμική στολή, μαζί με το κοκαλιάρικο άλογο του που το ονομάζει Ροσινάντε. Κατά την διάρκεια των περιπετειών του τραυματίζεται και τον μεταφέρουν πάλι πίσω στο σπίτι του όπου τον φροντίζουν η ανιψιά και η οικονόμος του. Του λένε πως η στολή εξαφανίστηκε από μαγείας. Λίγο καιρό αργότερα βρίσκει τον γείτονα του Σάντσο Πάντσα και τον πείθει να τον ακολουθήσει με το αντάλλαγμα πως θα του δώσει μερίδιο σε ένα νησί. Ο Δον Κιχώτης είναι ερωτευμένος με μια νεαρή γειτόνισσα του, που από μόνος του την ονομάζει Δουλτσινέα και προσπαθεί να την σώσει γιατί έχει πείσει τον εαυτό του ότι βρίσκεται κάτω από την επήρεια μαγικών. Τα ταξίδια του Δον μαζί με τον πιστό σύντροφο του ξεκινάνε και τις περισσότερες φορές δεν έχουν καλή κατάληξη. Συνήθως γίνονται αντικείμενο χλευασμού και γέλιου. Προς το τέλος του δεύτερου βιβλίου βλέπουμε πως ο Δον Κιχώτης κατά κάποιο τρόπο βρίσκει τα λογικά του και επιστρέφει μαζί με τον φίλο και συνταξιδιώτη του πίσω στο σπίτι τους.